Αντιμέτωπος με τις συνέπειες της αλλοπρόσαλλης εξωτερικής πολιτικής που ακολουθεί βρίσκεται ο Κυριάκος Μητσοτάκης, καθώς έχει τινάξει στον αέρα το ρόλο της χώρας μας στο διεθνές πεδίο και ειδικά στα Βαλκάνια και τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, αφού το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι η εικόνα του “καλού παιδιού” της Δύσης προσδοκώντας ενδεχομένως μελλοντικά, ρόλους και πόστα στην ΕΕ και στο ΝΑΤΟ.
Τα όσα συμβαίνουν τον τελευταίο διάστημα αποτυπώνουν πλήρως το διπλωματικό “μπάχαλο” της κυβέρνησης προκαλώντας τεράστια ερωτηματικά και απορίες για το που το πάνε ο πρωθυπουργός και η ηγεσία του Υπουργείου Εξωτερικών, αν και πολλά ακούγονται και λέγονται για τις σχέσεις μεταξύ τνω μελών της πολιτικής ηγεσίας του ΥΠΕΞ, αλλά και τη σχέση Μαξίμου-Βασ. Σοφίας.
Ετσι με τη χώρα μπλεγμένη σε δύο πολέμους, στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή και γκρεμίζοντας παραδοσιακές σχέσεις φιλίας και συνεργασίας με χώρες, για το “καλό” της Συμμαχίας , η κυβέρνηση Μητσοτάκη κατάφερε:
– Να κάνει ακόμη πιο προβληματική τη σχέση Ελλάδας-Αλβανίας με τη υποψηφιότητα του αμφιλεγόμενου δημαρχου Χειμάρρας Φρέντι Μπελέρη στο ευρωψηφοδέλτιο της ΝΔ για μια χούφτα ακροδεξιών ψήφων, δίνοντας παράλληλα την άδεια στον Αλβανό πρωθυπουργό Έντι Ράμα, τον οποίο κατηγορεί για ανύπαρκτο κράτος δικαίου στην Αλβανία, να κάνει ιδιωτική επίσκεψη την Κυριακή(12/5) στην Αθήνα προκειμένου να μιλήσει σε ομογενείς του ενόψει των εκλογών στην Αλβανία στο 2025! Μια επίσκεψη που μοιάζει περισσότερο με επίδειξη δύναμης, καθώς ο Ε. Ράμα αναγκάζει την κυβέρνηση να λάβει μέτρα για την ασφάλειά του, μετά από ένα διπλωματικό σίριαλ για το που θα μιλήσει. Παρεπιμπτονως αποφασίστηκε να μιλήσει τελικά στο κλειστό του Γαλατσίου και όχι στην αίθουσα “Μ. Μερκούρη” στο ΣΕΦ.
– Με την μη κύρωση εδώ και πέντε χρόνια των Πρωτοκόλλων Συνεργασίας με τη Βόρεια Μακεδονία, πάλι για να μην θίξει το ακροδεξιο ακροατήριο, να κινδυνεύει να μείνει κενό γράμμα η ίδια η ιστορική Συμφωνία των Πρεσών, γεγονός που μετά και τη νίκη του εθνικιστικού VMRO στη γειτονική χώρα μπορεί να ανοίξει τον ασκό του Αιόλου, καθώς ο αρχηγός του VMRO-DPMNE, Χρίστιαν Μίτσκοσκι είχε δηλώσει σε συνέντευξη Τύπου ότι αν και η Συμφωνία των Πρεσπών αποτελεί πραγματικότητα, που δεν του αρέσει “θα ήθελε να την αλλάξει αν έρθει στην εξουσία”. Στο ίδιο μήκος κύματος και η νέα πρόεδρος της Βόρειας Μακεδονίας Γκορντάνα Σιλιάνοφσκα η οποία δήλωσε πως δε θα χρησιμοποιεί τον όρο “Βόρεια”! “Ευελπιστώ ότι δε θα υπάρχει αλλαγή στην εξωτερική πολιτική. Πρέπει να υπάρχει πίστη εφαρμογή της συμφωνίας των Πρεσπών” δήλωσε ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης και συμπλήρωσε με νόημα ότι η ευρωπαϊκή πορεία της Βόρειας Μακεδονίας περνά μέσα από την τήρηση της συμφωνίας των Πρεσπών.
– Με τη εισήγηση της Ντόρας Μπακογιάννη υπέρ της ένταξης του Κοσόβου στο Συμβούλιο της Ευρώπης, με αποτέλεσμα ο ίδιος ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης να την “αδειάσει” λέγοντας “η θέση της Ελλάδας παραμένει σταθερή και αναλλοίωτη, όπως πράξαμε και στο παρελθόν σε αντίστοιχες περιπτώσεις, η Ελλάδα θα απέχει από την ψηφοφορία αυτή”, ο προέδρος της Σερβίας, Αλεξάνταρ Βούτσιτς να δηλώσει “Ξέρω πολύ καλά ποιος έδωσε την εντολή να εγκαταλείψετε τις αρχές σας και να συμπεριφέρεστε έτσι. Ντροπή σας.” και στην Κύπρο να ξεσηκωθεί το σύμπαν γιατί η εισήγηση Μπακογιάννη για το Κόσοβο μπορεί να αποτελέσει παράδειγμα και για το “ψευδοκράτος”.
Και όσον αφορά τις ελληνοτουρκικές σχέσεις ο Κ. Μητσοτάκης είναι αποφασισμένος επί της ουσίας να δώσει νέα διάσταση στη Συνθήκη της Λωζάνης και να προχωρήσει ο ελληνοτουρκικός διάλογος και τα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης (ΜΟΕ), ακόμη και αν ο “φίλος” Τούρκος πρόεδρος Ρ.Τ. Ερντογάν παραμονές της συνάντησης τους στην Αγκυρα (13/5) προχώρησε σε μια ακόμη πρόκληση, μετατρέποντας τη Μονής της Χώρας σε τζαμί. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός κάνει λόγο για “παντελώς αχρείαστη” ενέργεια, σημειώντας ότι θα θέσει το θέμα στον Τούρκο πρόεδρο, αλλά απ΄ότι φαίνεται το νερό έχει μπει στο αυλάκι για ένα νέο καθεστώς συνύπαρξης στο Αιγαίο για τις οικονομικές και ενεργειακές ανάγκες των δύο χωρών, αλλά και της Συμμαχίας.
Με άλλα λόγια ο Κ. Μητσοτάκης αντί να κλείνει, ανοίγει διπλωματικά μέτωπα, που θα τα βρει η χώρα μπροστά της και με τις επιλογές του θέτει εν αμφιβόλω πλέον το ειρηνευτικό και σταθεροποιητικό ρόλο της χώρας στην εκρηκτική γειτονια μας.





































