Γράφει ο Μιχάλης Μπάιλας
Εν μέσω κοινωνικής πίεσης και με τη δυσαρέσκεια του κόσμου να διογκώνεται από την ακρίβεια, ο Κυριάκος Μητσοτάκης υποχρεώθηκε να αναζητήσει νέα στηρίγματα, μέσα από το πακέτο μέτρων-ημίμετρων που ανακοίνωσε.
Με τα νέα μέτρα (κατά πολλούς ημίμετρα) που ανακοίνωσε και μάλιστα με σημαντική καθυστέρηση, το Μέγαρο Μαξίμου επιχείρησε ξανά να κατευνάσει την κοινωνική δυσαρέσκεια που προκαλεί η παρατεταμένη ακρίβεια και το αυξανόμενο κόστος ζωής. Το πακέτο μέτρων, ύψους 500 εκατ. ευρώ, που ανακοίνωσε ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει διπλό στόχο. Αφενός να περιορίσει την πίεση που δέχεται από την κοινωνία, αφετέρου να επιχειρήσει να συσπειρώσει τους ψηφοφόρους της Νέας Δημοκρατίας και να αντιστρέψει την πτώση των ποσοστών που εμφανίζει το κόμμα του στις δημοσκοπήσεις, καθώς και να αμβλύνει τις εσωτερικές εντάσεις.
Η νέα παρέμβαση έρχεται μόλις έναν μήνα μετά το προηγούμενο πακέτο των 300 εκατ. ευρώ, που οι όποιες θετικές εντυπώσεις δημιούργησε αρχικά εξανεμίστηκαν στη συνέχεια. Κεντρικός άξονας των νέων μέτρων είναι η αντιμετώπιση του ιδιωτικού χρέους, ζήτημα που εδώ και καιρό θέτουν επαγγελματικοί φορείς και επιμελητήρια.
Μεταξύ των βασικών μέτρων που εξαγγέλθηκαν είναι τα εξής:
- Άρση κατάσχεσης τραπεζικού λογαριασμού όταν έχει εξοφληθεί το 25% της οφειλής και έχουν ρυθμιστεί οι υπόλοιπες υποχρεώσεις.
- Διεύρυνση του εξωδικαστικού μηχανισμού για οφειλές 5.000 – 10.000 ευρώ, μέτρο που εκτιμάται ότι θα καλύψει περίπου 300.000 πολίτες.
- Ρύθμιση έως 72 δόσεων για χρέη που κατέστησαν ληξιπρόθεσμα έως τον Δεκέμβριο 2023, υπό την προϋπόθεση εξόφλησης νεότερων οφειλών.
Παρότι τα μέτρα φαίνεται αρχικά ότι κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση, εκφράζονται πολλές επιφυλάξεις, καθώς πολλοί ζητούσαν περισσότερες δόσεις και σαφήνεια ως προς το επιτόκιο.
Αν και ο πρωθυπουργός αναγνώρισε ότι οι παρεμβάσεις δεν καλύπτουν τις ανάγκες, τόνισε, ωστόσο, ότι καμία οικονομία δεν μπορεί να αντιμετωπίσει μόνη της μια παγκόσμια κρίση. Όπως σημείωσε, πρόκειται για «το καλύτερο δυνατό, χωρίς να διαταραχθεί η δημοσιονομική ισορροπία».
Στον πυρήνα της κυβερνητικής ρητορικής βρίσκεται η εικόνα μιας οικονομίας που υπεραποδίδει και επιστρέφει μέρος των κερδών στην κοινωνία. Ωστόσο, η κριτική που της ασκείται εστιάζει στο γεγονός ότι τα δημοσιονομικά περιθώρια προκύπτουν εν μέρει από αυξημένα έσοδα λόγω πληθωρισμού και έμμεσων φόρων.
Ούτως ή άλλως, η αποτελεσματικότητα των μέτρων θα δοκιμαστεί από τη συνεχιζόμενη άνοδο των τιμών, που διαβρώνει το διαθέσιμο εισόδημα και περιορίζει τον πραγματικό αντίκτυπο των όποιων παρεμβάσεων.
Οι βασικοί δικαιούχοι
Το πακέτο στοχεύει στις παρακάτω κοινωνικές ομάδες: Οικογένειες με παιδιά, ενοικιαστές, συνταξιούχους και άτομα με αναπηρία, αγρότες και μικροοφειλέτες. Τα μέτρα σύμφωνα με τα στοιχεία αφορούν:
- 1,87 εκατ. συνταξιούχους και ΑμεΑ
- Πάνω από 1 εκατ. ενοικιαστές
- 975.000 οικογένειες (3,3 εκατ. πολίτες)
- 1,3 εκατ. μικροοφειλέτες
- 284.000 επιχειρήσεις και επαγγελματίες
- 250.000 αγρότες.
Στα μέτρα περιλαμβάνονται:
- Παράταση επιδότησης diesel και λιπασμάτων για αγρότες
- Αύξηση εισοδηματικών ορίων για επιστροφή ενοικίου
- Έκτακτη ενίσχυση 150 ευρώ ανά παιδί
- Ενίσχυση έως 300 ευρώ για συνταξιούχους με διευρυμένα κριτήρια.
Οι παρεμβάσεις αυτές στοχεύουν κυρίως στη βραχυπρόθεσμη ανακούφιση ευάλωτων ομάδων, χωρίς να αντιμετωπίζουν δομικά τις αιτίες της ακρίβειας.
Το κόστος των μέτρων προσεγγίζει τα 500 εκατ. ευρώ και προστίθεται σε ένα ευρύτερο πλέγμα πολιτικών που περιλαμβάνει φορολογικές αλλαγές, αυξήσεις μισθών και προηγούμενες παρεμβάσεις λόγω της διεθνούς κρίσης.
Παρά την προσπάθεια ενίσχυσης της κοινωνικής στήριξης, το μεγάλο ερώτημα παραμένει: Μπορούν τα μέτρα αυτά να αναχαιτίσουν την ακρίβεια και να αναστρέψουν το αρνητικό κλίμα στην κοινωνία;






































