Ο Ντόναλντ Τραμπ μπορεί για εβδομάδες να εμφανιζόταν αποφασισμένος να «τελειώσει» με το Ιράν, όμως η πραγματικότητα αποδείχθηκε πολύ πιο σύνθετη από τις προεκλογικές του κορώνες και τις επιθετικές του δηλώσεις. Από τις απειλές για πλήρη στρατιωτική συντριβή, πέρασε ξαφνικά στη γλώσσα της διπλωματίας, παγώνοντας την επιχείρηση στα Στενά του Ορμούζ και μιλώντας για «μεγάλη πρόοδο» προς συμφωνία.
Η αλλαγή στάσης μόνο τυχαία δεν είναι. Η Ουάσιγκτον κατάλαβε γρήγορα πως η Τεχεράνη δεν είναι ένας εύκολος αντίπαλος που θα λυγίσει μέσα σε λίγες ημέρες πίεσης. Το Ιράν έχει αντοχές, εμπειρία στις κυρώσεις και κυρίως ισχυρές πλάτες. Και αυτές οι πλάτες λέγονται Κίνα και Ρωσία.
Το Πεκίνο παίζει ίσως τον πιο καθοριστικό ρόλο. Η Κίνα είναι ο μεγαλύτερος αγοραστής ιρανικού πετρελαίου και δεν έχει κανένα συμφέρον να δει το ιρανικό καθεστώς να καταρρέει ή τις ΗΠΑ να κυριαρχούν ξανά πλήρως στη Μέση Ανατολή. Αντίθετα, μια αμερικανική εμπλοκή σε έναν μακρύ και ακριβό πόλεμο εξυπηρετεί απόλυτα τη στρατηγική της. Λιγότερη αμερικανική πίεση στην Ασία σημαίνει περισσότερο γεωπολιτικό χώρο για το Πεκίνο.
Γι’ αυτό και ο Τραμπ, παρά τις πολεμικές δηλώσεις, αναγκάστηκε να μετρήσει διαφορετικά το κόστος. Η πλήρης σύγκρουση με το Ιράν δεν θα ήταν απλώς μια στρατιωτική επιχείρηση, αλλά μια σύγκρουση με παγκόσμιες οικονομικές συνέπειες, εκτίναξη στις τιμές της ενέργειας και αβεβαιότητα που θα χτυπούσε και την αμερικανική οικονομία.
Ουσιαστικά, ο Τραμπ κατάλαβε ότι δεν μπορεί να «καθαρίσει» εύκολα με το Ιράν χωρίς να ανοίξει μεγαλύτερο μέτωπο με δυνάμεις όπως η Κίνα. Και εκεί άρχισε η υποχώρηση. Όχι από ειρηνική διάθεση, αλλά από στρατηγικό φόβο.
Η εικόνα είναι ξεκάθαρη: από το «θα τους τελειώσουμε», φτάσαμε στο «ας δούμε αν μπορεί να υπογραφεί συμφωνία». Και αυτό λέει πολλά. Στην πολιτική, όπως και στον πόλεμο, οι πιο δυνατές φωνές είναι συχνά αυτές που κάνουν πρώτες πίσω όταν καταλαβαίνουν ποιος πραγματικά κρατά τα χαρτιά.






































