Γράφει ο Παναγιώτης Κουργιώτης*
Εν μέσω των παλινωδιών του Αμερικανού προέδρου μεταξύ των απειλών επανέναρξης των εχθροπραξιών και της επιστροφής στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και με το πέπλο της αβεβαιότητας να σκεπάζει τις όποιες εκτιμήσεις, τα ενδεχόμενα θα μπορούσαν να συνοψιστούν ως εξής:
Το πρώτο αφορά στη διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης τής (ας μου επιτραπεί ο όρος) «νευρικής εκεχειρίας», η οποία εξελίσσεται σε έναν πόλεμο φθοράς και οικονομικών αντοχών. Πρόκειται για μια «εμπλουτισμένη» εκδοχή του δόγματος της «μέγιστης πίεσης» (maximum pressure), της πρώτης θητείας της διοίκησης Τραμπ μετά τη μονομερή της απόσυρση το 2018 από τη Συμφωνία για το Πυρηνικό Πρόγραμμα του Ιράν και την επαναφορά των κυρώσεων. Τα νέα στοιχεία σήμερα είναι η ψυχολογική πίεση που ασκείται στην Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν μέσω της συγκέντρωσης των αμερικανικών ναυτικών δυνάμεων στον Κόλπο του Ομάν και, φυσικά, η επιβολή αποκλεισμού στα ιρανικά πλοία και λιμάνια. Η στρατηγική αυτή φαντάζει λογική, περαιτέρω ασφυξία μιας -ήδη στραγγαλισμένης από τις κυρώσεις- οικονομίας με σκοπό την όξυνση της λαϊκής δυσαρέσκειας και πρόκληση νέων κοινωνικών εκρήξεων, όπως συνέβη τον Ιανουάριο. Χωρίς να είμαστε σε θέση να προεξοφλήσουμε την αποτελεσματικότητά της μακροπρόθεσμα, θα λέγαμε ότι υποτιμά τις εξής παραμέτρους: α) το καθεστώς του Ιράν μπορεί να αντλήσει και πάλι λαϊκή νομιμοποίηση εμμένοντας στη ρητορική του «υβριδικού πολέμου» που δεν στοχοποιεί την ηγεσία του, αλλά την ίδια την ιρανική κοινωνία β) το Ιράν έχει πολύ μεγαλύτερη εμπειρία από οποιοδήποτε κράτος της περιοχής να λειτουργεί ως μια «οικονομία αντίστασης» και, πλέον, αξιοποιεί εναλλακτικές διαδρομές για να παρακάμψει τον αποκλεισμό, όπως η Κασπία και οι χερσαίοι διάδρομοι μέσω Πακιστάν γ) ο πόλεμος φθοράς και αντοχών δεν αφορά μόνο το Ιράν, αλλά και ολόκληρο τον κόσμο. Στην πίεση που του ασκείται, το Ιράν απαντά στις ΗΠΑ: Προχωρήστε σε άρση του ναυτικού αποκλεισμού για να άρουμε τον αποκλεισμό των Στενών του Ορμούζ.
Το δεύτερο ενδεχόμενο, το οποίο έχει επανέλθει τελευταία στη συζήτηση, συνίσταται στον λεγόμενο δεύτερο γύρο των αμερικανο-ισραηλινών επιθέσεων κατά του Ιράν, ο οποίος αναμένεται πιο «επώδυνος» από τον πρώτο. Βέβαια, κρίνοντας από την «επιτυχία» του πρώτου γύρου ως προς την υλοποίηση των διακηρυγμένων στόχων του και τη δυναμική της ιρανικής αντίστασης, οι προσδοκίες αναμένεται να είναι χαμηλότερες, ενώ συνυπολογίζονται, εύλογα, και οι φόβοι των στενών συμμάχων των ΗΠΑ στην περιοχή που έλαβαν τη «μερίδα του λέοντος» των ιρανικών αντιποίνων. Όπως είδαμε, οι υπερφίαλες δηλώσεις περί «κατάρρευσης του καθεστώτος σε λίγες εβδομάδες» αποδείχτηκαν μάλλον ευσεβείς πόθοι, τους οποίους διαδέχτηκαν πιο συντηρητικές τοποθετήσεις περί «δημιουργίας των κατάλληλων συνθηκών για μια μελλοντική κατάρρευση του καθεστώτος». Στην πράξη, αντί για την κατάρρευση, τα στρατιωτικά πλήγματα προκάλεσαν τα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα, ενισχύοντας πολιτικά ένα καθεστώς που λίγες εβδομάδες πριν αντιμετώπιζε κρίση νομιμοποίησης εν μέσω μαζικών διαδηλώσεων.
Τέλος, διαφαίνεται πάντοτε στον ορίζοντα και το ενδεχόμενο επίτευξης συμφωνίας, το οποίο εντούτοις προσκρούει στις αξιώσεις συνθηκολόγησης που απαιτούν οι ΗΠΑ και στο έλλειμμα εμπιστοσύνης που δικαιολογημένα διακρίνει το Ιράν. Το τελευταίο απορρίπτει τη διπλωματία της κανονιοφόρου και απαιτεί να αντιμετωπίζεται ως κυρίαρχο έθνος, γι’ αυτό και αναφέρεται σε στάδια διαπραγματεύσεων αντί για μια συμφωνία-πακέτο στη λογική του «take it or leave it» – πρώτα οριστικός τερματισμός του πολέμου και εγγυήσεις μη επανάληψής του και στη συνέχεια συμφωνία για τα πυρηνικά, που είναι και το μόνο πεδίο που το Ιράν φαίνεται διατεθειμένο να επιδείξει ευελιξία.
*Επίκουρος καθηγητής τμήματος Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας




































