Η δημόσια συζήτηση στην Ελλάδα έχει χάσει εδώ και καιρό κάθε μέτρο σοβαρότητας και ισορροπίας. Το πιο εντυπωσιακό, όμως, δεν είναι οι υπερβολές. Είναι η επιλεκτική ευαισθησία εκείνων που τις χρησιμοποιούν κατά το δοκούν και μετά παριστάνουν τους εισαγγελείς της μετριοπάθειας.
Για χρόνια, φιλοκυβερνητικά ΜΜΕ και αρθρογράφοι έχτιζαν σχεδόν αγιογραφικό προφίλ για τον Κυριάκο Μητσοτάκη, φτάνοντας σε χαρακτηρισμούς που συχνά άγγιζαν τα όρια της πολιτικής γελοιότητας και της δημοσιογραφικής υπερβολής. Ο πρωθυπουργός παρουσιάστηκε ως «Μωυσής», ως «Μεσσίας», ως «Ηρακλής», ακόμη και ως «Τσόρτσιλ», λες και η ελληνική πολιτική σκηνή είχε μετατραπεί σε βιβλικό ή ιστορικό πάνθεον. Άλλοι τον εμφάνιζαν ως «CEO της χώρας», «τιμονιέρη της σταθερότητας», «κυρίαρχο του πολιτικού σκηνικού», «ηγεμόνα του κέντρου» και «μεταρρυθμιστή πρωθυπουργό», σαν να επρόκειτο για case study management και όχι για εκλεγμένο ηγέτη μιας Δημοκρατίας. Δεν έλειψαν ούτε οι lifestyle υπερβολές: «υπέρκομψος», «γυμνασμένος», «σιμουλτανέ», «Φελπς» και φυσικά το περίφημο «αδίσταχτο τσιτάχ του Μαξίμου», που περισσότερο θύμιζε διαφημιστικό σλόγκαν παρά πολιτικό σχολιασμό.
Όλα αυτά δεν προήλθαν από περιθωριακά τρολ, αλλά από δήθεν σοβαροφανείς σχολιαστές, εφημερίδες και sites που σήμερα εμφανίζονται ξαφνικά σαν θεματοφύλακες της πολιτικής ευπρέπειας επειδή ο ηθοποιός Νίκος Ζιάγκος χαρακτήρισε τη Μαρία Καρυστιανού «σύγχρονη Μπουμπουλίνα». Ξαφνικά, ανακάλυψαν την υπερβολή, τον λαϊκισμό και την ανάγκη «να πέσουν οι τόνοι», σαν να μην είχαν συμμετάσχει ποτέ οι ίδιοι σε αυτήν τη χορωδία υπερθετικών και αποθεωτικών τίτλων. Είναι οι ίδιοι που για χρόνια μετέτρεψαν την πολιτική αρθρογραφία σε διαγωνισμό κολακείας και επικοινωνιακής εξιδανίκευσης.
Η ουσία δεν είναι εάν συμφωνεί κάποιος με τον Ζιάγκο ή με τον χαρακτηρισμό της Καρυστιανού ως Μπουμπουλίνας. Η ουσία είναι η παλιά, γνώριμη υποκρισία· όταν η υπερβολή εξυπηρετεί την εξουσία, βαφτίζεται «ανάλυση» και «πολιτικός ρεαλισμός». Όταν όμως στρέφεται απέναντί της, γίνεται ξαφνικά «γραφικότητα», «τοξικότητα» ή «λαϊκισμός». Και αυτή η διπλή γλώσσα είναι που τελικά διαβρώνει τη δημόσια εμπιστοσύνη πολύ περισσότερο από κάθε μεμονωμένο χαρακτηρισμό.






































