Bank of America: Μια «αισιόδοξη έκθεση» για να αλλάξει το κλίμα γύρω από το deal της Euronext με το Χρηματιστήριο Αθηνών
Η δημοσιοποίηση της τελευταίας έκθεσης της Bank of America για το deal της Euronext με την ΕΧΑΕ μοιάζει λιγότερο με ψύχραιμη ανάλυση και περισσότερο με μια επικοινωνιακή προσπάθεια να αλλάξει το αρνητικό κλίμα που κυριαρχεί στην ελληνική αγορά. Ο κόσμος του Χρηματιστηρίου δείχνει ξεκάθαρη απροθυμία απέναντι στη συμφωνία, ωστόσο η αμερικανική τράπεζα παρουσιάζει μια εικόνα σχεδόν ειδυλλιακή, επιχειρώντας να πείσει ότι η ένταξη στο δίκτυο της Euronext είναι μονόδρομος προόδου.
Η BofA αναδεικνύει μια σειρά «οφελών» για το Χ.Α., όπως η πρόσβαση σε ένα τεράστιο δίκτυο 1.800 εισηγμένων εταιρειών με κεφαλαιοποίηση 6,3 τρισ. ευρώ, η ενίσχυση του ρόλου του ως κόμβου στη Νοτιοανατολική Ευρώπη και η δυνατότητα μεγαλύτερης διεθνούς προβολής. Παράλληλα, στέκεται στο ότι η ΕΧΑΕ συνεισφέρει στο σχέδιο της Euronext να καταστεί Κεντρικό Αποθετήριο Τίτλων στην Ευρώπη και να ενδυναμώσει τη θέση της στον τομέα της ενέργειας.
Ωστόσο, η υπερβολικά θετική παρουσίαση γεννά ερωτήματα. Η αγορά βλέπει με δυσπιστία την προοπτική το Χρηματιστήριο Αθηνών να χάσει την αυτονομία του, ενώ το premium της προσφοράς (μόλις 2% στην τρέχουσα τιμή της μετοχής) θεωρείται πενιχρό σε σχέση με το στρατηγικό βάρος που έχει το Χ.Α. για την Euronext. Παράλληλα, η υπόσχεση για συνέργειες 12 εκατ. ευρώ μέχρι το 2028 και αύξηση των κερδών ανά μετοχή μόλις κατά 1% από το 2026, δύσκολα αρκεί για να μεταπείσει όσους φοβούνται ότι το deal θα λειτουργήσει κυρίως προς όφελος του πανευρωπαϊκού ομίλου και όχι της ελληνικής αγοράς.
Δεν είναι τυχαίο ότι η BofA συγκρίνει το Χρηματιστήριο Αθηνών με προηγούμενες εξαγορές της Euronext (Ιρλανδία, Borsa Italiana), παρουσιάζοντας ως «εγγύηση» ότι και εδώ θα υπάρξει υπεραπόδοση στις συνέργειες. Στην πραγματικότητα, όμως, πρόκειται για μια απόπειρα να αντιστραφεί η καχυποψία της αγοράς, να παρουσιαστεί η συμφωνία ως φυσική συνέχεια της ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας και να καλλιεργηθεί η αίσθηση ότι η πώληση είναι όχι μόνο αναπόφευκτη αλλά και θετική.
Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΧΑΕ έχει ήδη ταχθεί υπέρ της συμφωνίας, όμως το αν αυτή θα γίνει αποδεκτή από το 67% των μετόχων παραμένει ανοιχτό ερώτημα. Εκεί ακριβώς έρχεται η «αισιοδοξία» της Bank of America, η οποία λειτουργεί ως εργαλείο πίεσης και ψυχολογίας: να πείσει την επενδυτική κοινότητα ότι η συμφωνία δεν είναι απλώς συμφέρουσα, αλλά σχεδόν υποχρεωτική για το μέλλον του ελληνικού χρηματιστηρίου.
Η ουσία, ωστόσο, παραμένει: η Euronext χρειάζεται το Χρηματιστήριο Αθηνών για να επεκτείνει την επιρροή της στην ενέργεια, στη ΝΑ Ευρώπη και στον ρόλο του CSD. Η ελληνική αγορά, από την άλλη, έχει πολύ περισσότερα να χάσει αν το deal αποδειχθεί περισσότερο πολιτικό και επικοινωνιακό, παρά στρατηγικά επωφελές. Και αυτό ακριβώς είναι που σήμερα ανησυχεί την αγορά – και που καμία «αισιόδοξη» έκθεση δεν μπορεί να διαγράψει.






































