Ο Έλον Μασκ προσπαθεί ξανά να παρουσιαστεί ως ο ηθικός προστάτης της τεχνητής νοημοσύνης, όμως η πραγματικότητα δείχνει κάτι πολύ πιο απλό: όταν δεν ελέγχει το παιχνίδι, επιλέγει να το καταστρέψει.
Στη δικαστική του μάχη με την OpenAI, ο Μασκ εμφανίζεται ως ο δήθεν προδομένος ιδρυτής που βλέπει το «όραμά» του να αλλοιώνεται. Υποστηρίζει ότι η εταιρεία ήταν δική του ιδέα, ότι εκείνος έβαλε τα θεμέλια και ότι οι Σαμ Άλτμαν και Γκρεγκ Μπρόκμαν μετέτρεψαν έναν φιλανθρωπικό οργανισμό σε μηχανή πλουτισμού.
Όμως το επιχείρημα αυτό μπάζει από παντού. Γιατί αν ο Μασκ ενδιαφερόταν τόσο βαθιά για τη μη κερδοσκοπική αποστολή της OpenAI, γιατί οι ίδιοι οι αντίδικοί του υποστηρίζουν ότι ήταν εκείνος που πίεζε για πιο επιθερή εμπορική ανάπτυξη; Γιατί σήμερα, μέσω της δικής του xAI, κάνει ακριβώς αυτό που καταγγέλλει;
Η αλήθεια είναι πως ο Μασκ δεν αντέχει να βρίσκεται εκτός κέντρου εξουσίας. Δεν τον ενοχλεί ότι η τεχνητή νοημοσύνη έγινε επικερδής· τον ενοχλεί ότι δεν είναι αυτός που κρατά το τιμόνι. Η αγωγή των 150 δισεκατομμυρίων δεν μοιάζει με μάχη αρχών, αλλά με προσπάθεια εκδίκησης επειδή δεν απέκτησε «τα κλειδιά του βασιλείου».
Η εικόνα είναι γνώριμη: ο άνθρωπος που χτίζει δημόσια το προφίλ του οραματιστή και του σωτήρα, αλλά στην πράξη λειτουργεί με όρους απόλυτου ελέγχου. Αν δεν μπορεί να ηγηθεί, αμφισβητεί τη νομιμότητα όλων των άλλων.
Η OpenAI μπορεί να έχει πολλά ερωτήματα να απαντήσει για τη μετάβασή της σε πιο εμπορικό μοντέλο. Όμως ο Μασκ δύσκολα πείθει ότι δίνει αυτή τη μάχη για την ανθρωπότητα. Περισσότερο μοιάζει να τη δίνει για τον εαυτό του.
Και ίσως αυτό είναι το πιο ειλικρινές συμπέρασμα: ο Έλον Μασκ δεν πολεμά για να σώσει την AI. Πολεμά επειδή δεν του ανήκει.






































