«Ύστερα από 36 μήνες, έχουμε κατασκευασμένες πραγματογνωμοσύνες, κατασκευασμένα κατηγορητήρια και κατασκευασμένες ακροαματικές διαδικασίες», καταγγέλλει μιλώντας στην One Voice ο Χρήστος Κωνσταντινίδης, σύζυγος του θύματος Βασιλικής Χλωρού
Τρία χρόνια μετά την τραγωδία των Τεμπών, ξεκινά σε μία εβδομάδα η μεγάλη δίκη για τη φονική σύγκρουση των τρένων, με τον Χρήστο Κωνσταντινίδη, που έχασε τη γυναίκα του στο τραγικό δυστύχημα, να καταγγέλλει ότι όλα είναι κατασκευασμένα, δείχνοντας το Μαξίμου.
Μία εβδομάδα απομένει για την έναρξη της μεγάλης δίκης για το δυστύχημα των Τεμπών. Στις 23 Μαρτίου, 36 κατηγορούμενοι αναμένεται να καθίσουν στο εδώλιο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας. Στο κατηγορητήριο, ωστόσο, δεν περιλαμβάνονται πρόσωπα με κρίσιμες θέσεις ευθύνης ή με πολιτικά αξιώματα, τα οποία εξετάζονται για ενδεχόμενες παραλείψεις πριν και μετά τη φονική σύγκρουση των τρένων. Οι υποθέσεις αυτές είναι ανάμεσα στις επτά που εκκρεμούν και σχετίζονται με την τραγωδία των Τεμπών.
Η διαδικασία θα έπρεπε να έχει ξεκινήσει νωρίτερα και να είχε ολοκληρωθεί ορθά η ανάκριση, σημειώνει μιλώντας στην One Voice ο Χρήστος Κωνσταντινίδης, σύζυγος της Βασιλικής Χλωρού, που έχασε τη ζωή της στο σιδηροδρομικό δυστύχημα. Η υπογραφή του βρίσκεται σε πολλά από τα αιτήματα και τις προσφυγές των συγγενών των θυμάτων, ενώ μας εξηγεί γιατί πρόκειται για μεγάλη δίκη: «Το “μεγάλη” μπορεί να μεταφραστεί και ως προς τη διάρκεια που θα έχει, αλλά και ως προς το πόσο έχει επηρεάσει την ελληνική κοινωνία. Πρόκειται για μια δίκη που θα έπρεπε ήδη να έχει ξεκινήσει εδώ και καιρό. Το ζήτημα όμως ήταν να έχει ολοκληρωθεί σωστά η ανάκριση, να έχει γίνει σύμφωνα με τα πρωτόκολλα η προανάκριση, να έχει περιφρουρηθεί ο χώρος του δυστυχήματος και οι εισαγγελικές αρχές να κάνουν σωστά τη δουλειά τους, τηρώντας τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας». Και στέκεται ιδιαίτερα ο συνομιλητής μας στο ότι θα έπρεπε να έχει διασφαλιστεί η πλήρης περιφρούρηση του χώρου του δυστυχήματος, καθώς και η τήρηση όλων των προβλεπόμενων διαδικασιών από τις εισαγγελικές αρχές, σύμφωνα με τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.
Την έναρξη της δίκης σκιάζει το γεγονός ότι η διαδικασία της ανάκρισης έχει τεθεί υπό αμφισβήτηση από τους συγγενείς. «Δεν μπορεί, τρία χρόνια μετά, να ελέγχονται τρεις δικαστικοί λειτουργοί του Δικαστικού Μεγάρου Λάρισας -ο εισαγγελέας, η ανακρίτρια και ο εφέτης ανακριτής- για παράβαση καθήκοντος. Και να ξεκινά μια δίκη ενώ η ίδια η ανάκριση αμφισβητείται. Αυτό βέβαια δεν αφορά άμεσα την έδρα του δικαστηρίου, όμως όταν αμφισβητείται η δικογραφία και η ανάκριση, δημιουργείται σοβαρό ζήτημα. Δεν θα αφήσουμε τη δίκη να εξελιχθεί όπως την έχουν σχεδιάσει. Μετά από 36 μήνες έχουμε κατασκευασμένες πραγματογνωμοσύνες, κατασκευασμένα κατηγορητήρια και κατασκευασμένες ακροαματικές διαδικασίες», συμπληρώνει ο κ. Κωνσταντινίδης.
Η δίκη για τα «εξαφανισμένα» βίντεο
Τους τελευταίους μήνες, εξάλλου, στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο της Λάρισας διεξάγεται η δίκη για τα «εξαφανισμένα» βίντεο της εμπορικής αμαξοστοιχίας. «Τελικά αποδείχθηκε ότι δεν πρόκειται μόνο για εξαφανισμένα βίντεο, αλλά για διαγραμμένα. Δηλαδή, κάποιος πήγε εκεί με δόλο και τα διέγραψε, με σκοπό να τα κρύψει. Αντί να έχουν διασφαλιστεί και προστατευτεί από την εταιρεία ασφαλείας και να έχουν παραδοθεί άμεσα στις ανακριτικές αρχές, χρησιμοποιήθηκαν προφάσεις, όπως το όριο των 15 ημερών λόγω προσωπικών δεδομένων – κάτι που αφορά μόνο τον επιβατικό σταθμό και όχι το συγκεκριμένο υλικό. Σύμφωνα με την έκθεση των ειδικών που ασχολήθηκαν με το θέμα, αν είχαν γίνει οι κατάλληλες ενέργειες μέσα στο πρώτο δίμηνο ή τρίμηνο, θα μπορούσε να ανακτηθεί τουλάχιστον μέρος του υλικού που είχε επανεγγραφεί», επισημαίνει ο κ. Κωνσταντινίδης.
Παράλληλα, για το συγκεκριμένο ζήτημα μας τονίζει ένα επιπλέον στοιχείο για το οπτικό υλικό που εξετάζεται στην εν εξελίξει υπόθεση της Λάρισας: «Ακόμη και τα μεταγενέστερα βίντεο που παρουσιάστηκαν και κατατέθηκαν στη δικογραφία εξετάστηκαν μόνο ως προς την ομοιότητά τους με τα καταγραφικά συστήματα, όχι ως προς τους αρχικούς σκληρούς δίσκους, οι οποίοι δεν βρέθηκαν ποτέ. Άρα, δεν μιλάμε για πιστοποίηση γνησιότητας, αλλά για αντιγραφή, για “κλώνους” αρχείων. Επιπλέον, προέκυψε ότι υπήρχαν πολλές διαγραφές αρχείων, ακόμη και δύο ώρες πριν από την κατάσχεση των υπολογιστών. Ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι ότι διαγραφές φαίνεται να έγιναν και μετά την κατάσχεση. Παρ’ όλ’ αυτά, κάποιοι συνεχίζουν να υπερασπίζονται τη γνησιότητα του υλικού».
Ο κ. Κωνσταντινίδης καταλήγει: «Όλα αυτά δημιουργούν την εικόνα μιας συνολικής παρέμβασης στη διαδικασία και μιας προσπάθειας να μην αναδειχθούν κρίσιμα στοιχεία. Δεν είναι δυνατόν 100 επιστήμονες και υπηρεσιακοί παράγοντες να έκαναν όλοι τους λάθος τυχαία. Κάποιος έδωσε εντολές. Και σύμφωνα με όσα έχουν δημοσιοποιηθεί, αυτές οι εντολές προήλθαν από το Μέγαρο Μαξίμου, όπως προκύπτει και από τα δελτία Τύπου του τότε υφυπουργού, στα οποία αναφέρεται ότι βρισκόταν στον χώρο με εντολή του πρωθυπουργού για τον συντονισμό».





































