fbpx

DBRS: Το ελληνικό χρέος και το στοίχημα της ανάπτυξης

0 77

Η DBRS Morningstar ελέγχει τις εκτιμήσεις της ελληνικής κυβέρνησης για τα δημοσιονομικά και το χρέος για την περίοδο 2023-2025 και τονίζει πως βλέπει θετικά τη δέσμευσή της στη δημοσιονομική πειθαρχία, ωστόσο, οι συνέπειες της εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία δημιουργούν πρόσθετη αβεβαιότητα γύρω από τις προβλέψεις.

Ο αντίκτυπος των δυσμενών γεωπολιτικών εξελίξεων και η αβεβαιότητα σχετικά με τη διάρκεια της σύγκρουσης θέτουν αρνητικούς κινδύνους για τις προοπτικές της χώρας, όπως τονίζει. Παράλληλα σημειώνει πως μείωση του χρέους, σύμφωνα με την DBRS, θα υποστηριχθεί από την ικανότητα της Ελλάδας να επιστρέψει και να διατηρήσει πρωτογενή πλεονάσματα και να επιτύχει σταθερούς ρυθμούς ονομαστικής ανάπτυξης.

Πιο αναλυτικά, όπως επισημαίνει σε σημερινή της έκθεση η DBRS, μια πιο μακροχρόνια επίδραση στις τιμές των εμπορευμάτων και τον πληθωρισμό θα μπορούσε να οδηγήσει σε χαμηλότερη ανάπτυξη, ενώ ενδέχεται να χρειαστούν πρόσθετα μέτρα για τη στήριξη των επιχειρήσεων και τα νοικοκυριά.

Μια παρατεταμένη ή ευρύτερη σύγκρουση θα μπορούσε να εντείνει τις προϋπάρχουσες επιπτώσεις της πανδημίας, να οδηγήσει σε ασθενέστερη ανάπτυξη και να καθυστερήσει περαιτέρω την εξισορρόπηση των δημοσιονομικών λογαριασμών. Παρά την απουσία ισχυρών οικονομικών δεσμών με τη Ρωσία, η οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδας αναμένεται να επιβραδυνθεί φέτος στο 3,1% σύμφωνα με το Πρόγραμμα Σταθερότητας, από τις αρχικές εκτιμήσεις για 4,5%. Αυτό οφείλεται κυρίως στην αύξηση των τιμών των εμπορευμάτων και στην αρνητική επίδραση του υψηλού πληθωρισμού.

Πέρυσι, ένα καλύτερο από το αναμενόμενο αποτέλεσμα ανάπτυξης οδήγησε σε πρωτογενές έλλειμμα 5,0%, με την υπεραπόδοση να διαμορφώνεται στις δύο ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ, όπως επισημαίνει ο οίκος. Το έλλειμμα προβλέπεται να μειωθεί περαιτέρω το 2023, αλλά η εφαρμογή παρεμβάσεων για την ενέργεια και η αναμενόμενη επιβράδυνσης της ανάπτυξης, θα οδηγήσουν σε αναθεώρηση των δημοσιονομικών στόχων για φέτος από πρωτογενές έλλειμμα 1,4% του ΑΕΠ σε 2,0%. Τα μέτρα αντιμετώπισης της πανδημίας και η συρρίκνωση της οικονομίας το 2020 οδήγησαν σε αύξηση του δείκτη του δημόσιου χρέους στο 206,3% του ΑΕΠ από 180,7% το 2019. Η ισχυρή ανάπτυξη και τα έσοδα οδήγησαν σε μεγαλύτερη μείωση του δείκτη από ό,τι αρχικά αναμενόταν στο 193,3% το 2021.

Η κυβέρνηση προβλέπει ότι ο δείκτης του δημόσιου χρέους θα συνεχίσει την πτωτική του τάση, και τοποθετείται στο 180,2% το 2022, 13,1 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερα από το 2021, λόγω του υψηλότερου πληθωρισμού το 2022. Μέχρι το 2025 ο δείκτης χρέους εκτιμάται ότι θα πέσει κάτω από το 150% του Το ΑΕΠ, σημειώνοντας πτώση 59,8 ποσοστιαίων μονάδων από το 2020 και υποχωρώντας κάτω από τα επίπεδα του 2010.

Σε ό,τι αφορά το χρέος, η DBRS σημειώνει ότι ο δείκτης δημόσιου χρέους είναι υψηλός, αλλά υπάρχουν παράγοντες που στηρίζουν τη βιωσιμότητά του, συμπεριλαμβανομένης της υποστήριξης της ΕΚΤ. Όπως προσθέτει, η αλλαγή πλεύσης της νομισματικής πολιτικής προσθέτει πίεση στο κόστος δανεισμού του της χώρας και εγείρει ερωτήματα σχετικά με το πόσο υπερχρεωμένες χώρες όπως η Ελλάδα μπορούν να διατηρήσουν τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους τους.

Οι αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων μετά την καταγραφή ιστορικών χαμηλών επιπέδων πέρυσι με τις αποδόσεις των 10ετών να υποχωρούν στο 0,5% -οι αποδόσεις των 5ετών ομολόγων έγιναν αρνητικές για πρώτη φορά το 2021- έχουν πλέον αυξηθεί σημαντικά. Ο οίκος τονίζει πως πανδημία είχε βαρύ αντίκτυπο στο χρέος χρέους, με τον δείκτη χρέους να παραμένει ο υψηλότερος στη ζώνη του ευρώ.

Κατά την άποψή του, παρά τον υψηλό δείκτη δημόσιου χρέους της Ελλάδας, αρκετοί παράγοντες μετριάζουν τους κινδύνους που προκύπτουν από την αύξηση των αποδόσεων των. Η μείωση του χρέους, σύμφωνα με την DBRS, θα υποστηριχθεί επίσης από δύο άλλους παράγοντες. Πρώτον, την ικανότητα της Ελλάδας να επιστρέψει και να διατηρήσει πρωτογενή πλεονάσματα και, δεύτερον, να επιτύχει σταθερούς ρυθμούς ονομαστικής ανάπτυξης.

Σε κάθε περίπτωση, όπως τονίζει η DBRS, η δημοσιονομική πειθαρχία και η διατήρηση της ανάπτυξης, αποτελούν τα “κλειδιά” για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας της Ελλάδας. Οι διαδοχικές κρίσεις – η πανδημία και ο πόλεμος στην Ουκρανία – υπογραμμίζουν τη σημασία της ενίσχυσης των οικονομικών μεγεθών, της αύξησης της οικονομικής διαφοροποίησης και της διατήρησης δημοσιονομικών αποθεμάτων που θα μπορούσαν να στηρίξουν την ικανότητα της οικονομίας να αντιμετωπίσει απροσδόκητους οικονομικούς κραδασμούς. Πριν από την κρίση της COVID-19, η Ελλάδα, επιδεικνύοντας προσήλωση σε συνετές δημοσιονομικές πολιτικές, είχε καταφέρει να επιτύχει υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα παρέχοντας στην κυβέρνηση δημοσιονομικό χώρο για να στηρίξει την πραγματική οικονομία.

Η επιστροφή στο πρωτογενές δημοσιονομικό πλεόνασμα αναμένεται το 2023 σύμφωνα με το Πρόγραμμα Σταθερότητας, φθάνοντας στο 1,1% του ΑΕΠ και περίπου στο 2% το 2024 και το 2025. Ωστόσο, όπως επισημαίνει η DBRS, οι δημοσιονομικές προοπτικές της Ελλάδας δεν είναι απρόσβλητες από κινδύνους που σχετίζονται με τις επιπτώσεις της εισβολής της Ρωσίας και τις συνεχιζόμενες εξελίξεις στην αγορά ενέργειας. Αυτό θα μπορούσε να δημιουργήσει την ανάγκη για επέκταση των μέτρων στήριξης και να οδηγήσει σε λιγότερο ευνοϊκά αποτελέσματα το επόμενο έτος.

Παρά τη σημαντική πρόοδο που έχει σημειώσει η Ελλάδα στη δημοσιονομική εξυγίανση τα προηγούμενα χρόνια, η αύξηση του ΑΕΠ ήταν αναιμική πριν από την πανδημία. Η DBRS πιστεύει ότι τα κεφάλαια του Ταμείου Ανάκαμψης θα μπορούσαν να έχουν ουσιαστικό αντίκτυπο στη μακροπρόθεσμη αναπτυξιακή τροχιά της Ελλάδας. Οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και οι επενδύσεις που περιλαμβάνονται στο “Ελλάδα 2.0” προσφέρουν μια μοναδική ευκαιρία στην Ελλάδα να ενισχύσει τα θεμελιώδη μεγέθη της και να εξισορροπήσει τα δημόσια οικονομικά της.

Όπως καταλήγει ο οίκος αξιολόγησης, ο αντίκτυπος των δυσμενών γεωπολιτικών εξελίξεων και η αβεβαιότητα σχετικά με τη διάρκεια του πολέμου στην οικονομική δραστηριότητα, την εμπιστοσύνη των καταναλωτών και των επιχειρήσεων, τις τιμές της ενέργειας και τις τιμές των τροφίμων, θέτουν ορισμένους αρνητικούς κινδύνους για τις οικονομικές προοπτικές στο εγγύς μέλλον. Ωστόσο, τα θεμελιώδη οικονομικά μεγέθη της Ελλάδας θα καθορίσουν τελικά εάν το υψηλό βάρος χρέους θα παραμείνει βιώσιμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η διεύθυνση email σας δεν θα δημοσιευθεί.

This website uses cookies to improve your experience. We'll assume you're ok with this, but you can opt-out if you wish. Accept Read More