fbpx

Γ. Παπαηλιού: Οι πολίτες της περιφέρειας να μην είναι οι παρίες της ανάπτυξης.

0 116

Ο βουλευτής Αρκαδίας του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Γιώργος Παπαηλιού, στα πλαίσια της ενότητας με θέμα «Δυνατότητες και προοπτικές για τις Περιφέρειες», τοποθετήθηκε αναφορικά με τις οικονομικές δυνατότητες αλλά και τα εμπόδια που καλείται να αντιμετωπίσει η ελληνική επαρχία σήμερα. 

Αναλυτικά η τοποθέτηση και οι απαντήσεις του

“1) Η Αρκαδία είναι μία από τις πιο φτωχές και υποβαθμισμένες περιοχές της χώρας. Η μείωση, η γήρανση του πληθυσμού και τα μεγάλα επίπεδα φτώχεια πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο προβληματισμού και ανάληψης δράσεων. Παρά ταύτα, η κυβέρνηση της ΝΔ της αποστερεί ένα σημαντικό στοιχείο ανάπτυξης-«ζωής» που διαθέτει, χωρίς πρόβλεψη και σχεδιασμό για το μέλλον (αναφέρομαι στη διακοπή λειτουργίας των λιγνιτικών μονάδων της
ΔΕΗ στη Μεγαλόπολη, στο πλαίσιο της αποφασισθείσας βίαιης και μη σχεδιασμένης απολιγνιτοποίησης) (Το γεγονός, ότι αυτή «πάει πίσω», λόγω της ενεργειακής κρίσης, δεν σημαίνει, ότι οι λιγνιτικές μονάδες θα λειτουργήσουν σύντομα, αν λειτουργήσουν, λόγω ανύπαρκτης κυβερνητικής προεργασίας).

Δεν μεριμνά για την αποκατάσταση των περιοχών που το καλοκαίρι 2021 υπέστησαν τεράστια καταστροφή από τις πυρκαγιές (εννοώ κυρίως περιοχές της Γορτυνίας και σε μικρότερο βαθμό της Μεγαλόπολης).

Δεν έχει σχεδιάσει, με την πρόσφορη διαχείριση των υδάτινων πόρων και την κατασκευή των απαραίτητων αρδευτικών έργων, την αντιμετώπιση των συνεπειών της κλιματικής κρίσης-της αύξησης της θερμοκρασίας, η οποία πλήττει έντονα τις καλλιέργειες στην περιοχή της Κυνουρίας και όχι μόνον.

Η Μεγαλόπολη, λόγω των ενεργειακών υποδομών και του έμπειρου και τεχνολογικά καταρτισμένου ανθρώπινου δυναμικού που διαθέτει, πρέπει να παραμείνει ενεργειακός κόμβος, μέσω της αποθήκευσης φυσικού αερίου, με τη λειτουργία Κεντρικού Σταθμού Αποθήκευσης, Συμπίεσης και Μεταφόρτωσης Φυσικού Αερίου.

Για τη Γορτυνία, έχει προταθεί, να καταρτισθούν και να προωθηθούν Τοπικά Σχέδια Ανάκαμψης-Ανασυγκρότησης-Ανάκαμψης-Ανάπτυξης των πυρόπληκτων περιοχών (και όλης της Γορτυνίας) από την κυβέρνηση με την ενεργό συμμετοχή της τοπικής αυτοδιοίκησης και των φορέων των πολιτών. Δυστυχώς, η κυβέρνηση κωφεύει.

Στην Κυνουρία αλλά και σε άλλες περιοχές, η κατασκευή αρδευτικών έργων είναι απαραίτητη, ώστε οι αγροτικές καλλιέργειες να είναι λειτουργικές και οι κάτοικοι να παραμείνουν στον τόπο τους. Η Αρκαδία έχει συγκριτικά πλεονεκτήματα που την χαρακτηρίζουν, την διαφοροποιούν από άλλες περιοχές και μπορούν, αξιοποιούμενα, να την απογειώσουν.

Το γεγονός, ότι βρίσκεται στο κέντρο της Πελοποννήσου, συνιστά γεωγραφικό πλεονέκτημα το οποίο θα μπορούσε να αναπτυχθεί και να ολοκληρωθεί με νέους οδικούς άξονες, όπως, ο οριζόντιος άξονας της Πελοποννήσου που περιλαμβάνεται στα διευρωπαϊκά δίκτυα, η ΕΟ Αθήνας-Βυτίνας-Αρχαίας Ολυμπίας, στην οποία ανήκει και η «παράκαμψη Λαγκαδίων, την κατασκευή της οποίας «έχει παγώσει» η κυβέρνηση της ΝΔ.

Η Αρκαδία διαθέτει πολλά (τοπικά) αγροτικά και κτηνοτροφικά προϊόντα εξαιρετικής ποιότητας. Η αξιοποίησή τους απαιτεί ειδικές ενισχύσεις-πόρους, αλλά και συλλογική συνεταιριστική οργάνωση και δράση των ιδίων των αγροτών. Συγχρόνως, με τη μεταποίησή τους μπορεί να αποκτήσουν σημαντική προστιθέμενη αξία.

Το τουριστικό προϊόν της Αρκαδίας, «ήπιου» χαρακτήρα και ειδικών μορφών, πολύ περισσότερο που η Αρκαδία (και η Πελοπόννησος γενικότερα) (αποτελεί προορισμό για «ψαγμένους» επισκέπτες, οι οποίοι επιζητούν όχι ό,τι παρέχεται σε μαζικούς τουριστικούς προορισμούς) στηρίζεται στα στοιχεία του φυσικού κάλλους, της παρθένας φύσης, της μυθολογίας, της ιστορίας, της λαϊκής παράδοσης, του λαϊκού πολιτισμού και βέβαια των ποιοτικών προϊόντων, τα οποία, σε συνδυασμό με το αξιόλογο ανθρώπινο δυναμικό, αποτελούν συγκριτικά αναπτυξιακά πλεονεκτήματα της περιοχής.

Συμπερασματικά, η παραγωγή ποιοτικών αγροτικών και κτηνοτροφικών προϊόντων συνδυαστικά με τη μεταποίησή τους και την προσφορά αξιόπιστων αγροτουριστικών υπηρεσιών, προς δημιουργία υπεραξίας, και η οργάνωση της αποτελεσματικής διάθεσής τους αποτελούν σημαντικό πυλώνα ανάπτυξης της Αρκαδίας.

2) Το «Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας» δημιουργήθηκε, με σκοπό την αντιμετώπιση των οικονομικών συνεπειών της πανδημίας.

Η αξιοποίηση αυτής της σημαντικής ευρωπαϊκής πηγής χρηματοδότησης της ελληνικής οικονομίας, πρέπει να γίνει με το συνολικό μετασχηματισμό της ελληνικής οικονομίας, τη διεύρυνση της παραγωγικής βάσης, την πρόσβαση στον τραπεζικό δανεισμό για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις που είναι αποκλεισμένες από αυτόν και τη διάρθρωση των χρηματοδοτήσεων βάσει των περιφερειακών αναγκών.

Το «Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας» που έχει υποβάλει η κυβέρνηση της ΝΔ, βασίζεται στην Έκθεση της «Επιτροπής Πισσαρίδη», η οποία έχει σαφή νεοφιλελεύθερο προσανατολισμό.

Προτείνεται πολιτική «φτηνής ανάπτυξης», χωρίς την προστασία και την ενίσχυση της απασχόλησης, των αμοιβών και εν γένει της κοινωνικής ευημερίας. Υπάρχει μονομέρεια ως προς την κατεύθυνση των διατιθεμένων πόρων, με τη βίαιη αναδιάρθρωση υπέρ των μεγάλων και ισχυρών. Αυτό γίνεται, διότι η διαχείριση των πόρων γίνεται μέσω του τραπεζικού συστήματος, δηλαδή με τραπεζικά κριτήρια, χωρίς ρήτρες απασχόλησης, παραγωγικές εξειδικεύσεις, περιφερειακή και τοπική διάσταση.

Πρακτικά αγνοούνται ο πρωτογενής τομέας της οικονομίας και η περιφέρεια και τίθενται στο στόχαστρο η μικρομεσαία επιχειρηματικότητα, οι εργαζόμενοι και οι ανάγκες της νέας γενιάς. Δεν γίνεται λόγος για την ανάγκη κοινωνικής και περιφερειακής διάστασης της ανάπτυξης και πάντως τα στοιχεία που περιλαμβάνονται σ΄ αυτές (τις διαστάσεις) δεν συνιστούν κριτήρια για χρηματοδότηση από το συγκεκριμένο «Ταμείο», με τρόπο που οι πόροι να διαχέονται σε όλα τα κοινωνικά στρώματα και όλες τις περιοχές της χώρας.

Έτσι διευρύνονται οι κοινωνικές και περιφερειακές ανισότητες. Βάσει αυτών, δεν αλλάζει το «παραγωγικό» υπόδειγμα της χώρας προς την κατεύθυνση μιάς κοινωνικά δίκαιης παραγωγικής ανασυγκρότησης, με την αξιοποίηση των τομέων, στους οποίους η χώρα διαθέτει ή μπορεί να αναπτύξει συγκριτικά πλεονεκτήματα.

Η αξιοποίηση των πόρων του «Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας» δεν πρέπει να παραμείνει «προνόμιο» των μεγάλων αστικών κέντρων, και ιδίως του Λεκανοπεδίου. Αντίθετα δίδεται μία σημαντική ευκαιρία να σχεδιαστούν δράσεις που θα διαχυθούν στην ελληνική περιφέρεια και έτσι θα μειωθούν όχι μόνον τις κοινωνικές αλλά και τις περιφερειακές ανισότητες.

Η πολιτική περιφερειακής σύγκλισης και συνοχής δεν πρέπει να λαμβάνει υπόψη αποκλειστικά οικονομικά κριτήρια, που πολλές φορές μάλιστα προκύπτουν από πρακτικές δημιουργικής λογιστικής. Πρέπει να συνεκτιμά και κριτήρια δημογραφικά, κοινωνικά και ιδίως χωρικά που να διασφαλίζουν τη βιώσιμη ανάπτυξη των περιφερειακών οικονομιών και την κοινωνική συνοχή, ενθαρρύνοντας παραγωγικές επενδύσεις στην περιφέρεια, ώστε οι νέοι να παραμείνουν στον τόπο τους. Η ανάπτυξη πρέπει να βασίζεται στα συγκριτικά πλεονεκτήματα κάθε ευρύτερης περιοχής. Αυτά προσδιορίζουν και την αιχμή-την κυρίαρχη κατεύθυνση της πολιτικής ανάπτυξής της, ώστε να καταστεί βιώσιμη.

Και μόνον έτσι «θα κουμπώσουν» συγκεκριμένες αναπτυξιακές δράσεις και έργα για τη δρομολόγηση ενός νέου παραγωγικού υποδείγματος.

Επομένως, χρειάζεται αναπροσανατολισμός του «Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας», με διαβούλευση της κεντρικής κυβέρνησης με την περιφερειακή και την πρωτοβάθμια τοπική
αυτοδιοίκηση και τους κοινωνικούς εταίρους. Οι πολίτες της ελληνικής περιφέρειας δεν πρέπει να παραμείνουν παρίες της ανάπτυξης.

Αφήστε μια απάντηση

Η διεύθυνση email σας δεν θα δημοσιευθεί.

This website uses cookies to improve your experience. We'll assume you're ok with this, but you can opt-out if you wish. Accept Read More