του Βασίλη Ταλαμάγκα
Κύκλοι διεθνών αναλυτών και διπλωματικών αποστολών εκφράζουν ολοένα και περισσότερο την άποψη ότι η Τουρκία συνιστά μεγαλύτερο κίνδυνο από το Ιράν για τη γεωπολιτική σταθερότητα. Άποψη που αντανακλά την ανησυχία για τη ρευστότητα των συμμαχιών και τη μετατόπιση των ισορροπιών σε μια ήδη εύθραυστη περιοχή.
Τα τελευταία χρόνια, σε κύκλους διεθνών αναλυτών και διπλωματικών αποστολών διατυπώνεται με αυξανόμενη συχνότητα μια άποψη που μέχρι πρότινος θα θεωρούνταν ακραία: Ότι η Τουρκία συνιστά σήμερα μεγαλύτερη πηγή περιφερειακής αστάθειας από το Ιράν. Η θέση αυτή δεν εκφράζεται ομοιόμορφα ούτε αποτελεί επίσημη γραμμή κρατών, ωστόσο αντικατοπτρίζει μια μεταβαλλόμενη γεωπολιτική πραγματικότητα στην Ανατολική Μεσόγειο, τη Μέση Ανατολή και τον Καύκασο.
Παραδοσιακά, το Ιράν παρουσιαζόταν από τη Δύση ως ο κύριος «αναθεωρητικός» παράγοντας στην περιοχή, κυρίως λόγω του πυρηνικού του προγράμματος, της υποστήριξης σε ένοπλες οργανώσεις και της αντιπαράθεσής του με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους συμμάχους της. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια, η Τουρκία έχει υιοθετήσει μια πιο ενεργητική και συχνά μονομερή εξωτερική πολιτική, επεκτείνοντας την επιρροή της μέσω στρατιωτικών παρεμβάσεων, διμερών συμφωνιών και έντονης ρητορικής.
Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις της Τουρκίας στη Συρία και στο Ιράκ, με στόχο κουρδικές οργανώσεις που θεωρεί τρομοκρατικές, έχουν προκαλέσει αντιδράσεις και ανησυχία για παραβίαση κυριαρχικών δικαιωμάτων. Παράλληλα, η εμπλοκή της στη Λιβύη και η υποστήριξη προς το Αζερμπαϊτζάν στον πόλεμο του Ναγκόρνο-Καραμπάχ ενίσχυσαν την εικόνα μιας δύναμης που επιδιώκει να διαμορφώσει ενεργά τις εξελίξεις πέρα από τα σύνορά της.
Ιδιαίτερη ένταση έχει καταγραφεί στην Ανατολική Μεσόγειο, όπου οι διαφωνίες για τις θαλάσσιες ζώνες και την εκμετάλλευση ενεργειακών πόρων έχουν οδηγήσει σε σοβαρές διπλωματικές κρίσεις. Η αντιπαράθεση με την Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία, καθώς και οι περιστασιακές εντάσεις με κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δημιουργούν ένα περιβάλλον αβεβαιότητας σε μια περιοχή στρατηγικής σημασίας.
Σε αντίθεση με το Ιράν, το οποίο βρίσκεται εκτός δυτικών θεσμών, η Τουρκία είναι μέλος του ΝΑΤΟ και διατηρεί μακροχρόνιες σχέσεις με την Ευρώπη. Αυτή ακριβώς η θεσμική της θέση εντείνει την ανησυχία ορισμένων διπλωματών για μια χώρα ενταγμένη σε δυτικές δομές που ακολουθεί πιο αυτόνομη πορεία και μπορεί, κατά την άποψή τους, να προκαλέσει εσωτερικές ρωγμές και στρατηγικά διλήμματα στη Συμμαχία.
Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν ισχυρά αντεπιχειρήματα. Η Τουρκία παραμένει σημαντικός εταίρος στη διαχείριση του μεταναστευτικού, στην ενεργειακή διαμετακόμιση και στην περιφερειακή ασφάλεια. Επιπλέον, η γεωγραφική της θέση την καθιστά κρίσιμο παράγοντα σε συγκρούσεις που η Δύση επιδιώκει σταθερότητα. Όσον αφορά στο Ιράν, η επιρροή του μέσω δικτύων ένοπλων ομάδων σε Λίβανο, Συρία και Υεμένη εξακολουθεί να θεωρείται από πολλούς πιο αποσταθεροποιητική σε μακροπρόθεσμο επίπεδο.
Η συζήτηση, συνεπώς, δεν αφορά μια απλή σύγκριση «επικινδυνότητας», αλλά την εκτίμηση του τρόπου με τον οποίο κάθε χώρα επηρεάζει τη διεθνή τάξη πραγμάτων. Η Τουρκία επιδιώκει ρόλο περιφερειακής δύναμης με αυξημένη αυτονομία από παραδοσιακούς συμμάχους, ενώ το Ιράν λειτουργεί περισσότερο ως ιδεολογικός και στρατηγικός αντίπαλος της Δύσης. Οι διαφορετικές αυτές προσεγγίσεις παράγουν διαφορετικού τύπου προκλήσεις.
Εντέλει, η άποψη ότι η Τουρκία είναι «πιο επικίνδυνη» από το Ιράν αντανακλά την ανησυχία για τη ρευστότητα των συμμαχιών και τη μετατόπιση ισορροπιών σε μια ήδη εύθραυστη περιοχή. Το ζητούμενο για τη διεθνή διπλωματία δεν είναι η ιεράρχηση απειλών με απόλυτους όρους, αλλά η ανάπτυξη μηχανισμών διαλόγου και αποκλιμάκωσης. Σε έναν κόσμο αυξανόμενου ανταγωνισμού, η σταθερότητα εξαρτάται λιγότερο από τις ετικέτες και περισσότερο από τη διαχείριση των συγκρούσεων με ρεαλισμό και συνέπεια.






































