Γράφει ο Ηλίας Ζαχαράκης*
Ακόμα μία πτωτική εβδομάδα, με τον ΓΔ να πλησιάζει ξανά τη ζώνη των 2000 μονάδων, εκεί που δοκιμάστηκε και την προηγούμενη εβδομάδα. Ο τζίρος εμφανώς χαμηλότερος στις πτωτικές συνεδριάσεις, κάτι που θυμίζει πως οι αγορές πέφτουν με χαρτιά αλλά ανεβαίνουν με λεφτά. Παράλληλα, οι εν δυνάμει αγοραστές κατεβαίνουν σε τιμές, βλέποντας ότι υπάρχει προσφορά χαμηλότερα, είτε από φοβισμένους επενδυτές είτε από πιέσεις λόγω margin.
Στο εξωτερικό, οι Αμερικανοί φαίνεται να έχουν αρχίσει να ανησυχούν σοβαρά. Δεν είναι απλά ότι η κατάσταση δεν εξελίσσεται εύκολα, αλλά ότι το κόστος αυτής της πορείας είναι μεγαλύτερο απ’ όσο ανέμεναν. Ο πληθωρισμός παραμένει, τα σενάρια για αυξήσεις επιτοκίων είναι στο τραπέζι, ενώ και τα ομόλογα έχουν δεχτεί πιέσεις σε επίπεδα που λίγοι είχαν φανταστεί. Όλα αυτά έχουν αρχίσει να επηρεάζουν έντονα την ψυχολογία. Δηλώσεις όπως αυτές από τον J. D. Vance, που μιλούν για λίγες ακόμα κινήσεις πριν την ολοκλήρωση της κατάστασης, δείχνουν περισσότερο προσπάθεια καθησυχασμού παρά πραγματική βεβαιότητα. Το πρόβλημα είναι ότι η αγορά δείχνει να μην πείθεται εύκολα, ειδικά όταν η αξιοπιστία πολιτικών προσώπων όπως ο Donald Trump έχει αρχίσει να αμφισβητείται. Πλέον χρειάζονται πράξεις και όχι δηλώσεις.
Ο Μάρτιος τελικά αποδείχθηκε ιδιαίτερα επιθετικός για τις αγορές, με απώλειες που ξεπέρασαν ακόμη και εκείνες της περιόδου της COVID-19 pandemic σε αντίστοιχο δίμηνο. Μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα, ουσιαστικά «έσβησε» μήνες ανόδου, επιστρέφοντας την αγορά στα επίπεδα του προηγούμενου Σεπτεμβρίου, ενώ οι τελευταίες συνεδριάσεις έφεραν και δοκιμή του 200άρη κινητού μέσου όρου. Παρ’ όλα αυτά, η αγορά αργά ή γρήγορα θα δώσει αντίδραση. Το βασικό ερώτημα είναι αν έχουμε ήδη δει ένα μέσο μακροπρόθεσμο υψηλό ή αν πρόκειται απλώς για μια έντονη διόρθωση — κάτι που μόνο ο χρόνος θα ξεκαθαρίσει.
Σε εγχώριο επίπεδο, η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε καλύτερη φάση σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι είναι ανεπηρέαστη. Το βασικό ζήτημα παραμένει ο πληθωρισμός. Αν συνδυαστεί με πιθανή αύξηση επιτοκίων και επιβαρυμένη ψυχολογία λόγω γεωπολιτικών εξελίξεων, μπορεί να επιβραδύνει αισθητά την ανάπτυξη. Καθοριστικός παράγοντας είναι η διάρκεια της κρίσης: αν υπάρξει σύντομα αποκλιμάκωση και εξομάλυνση στις τιμές ενέργειας, οι επιπτώσεις θα είναι περιορισμένες και κυρίως βραχυπρόθεσμες. Αν όμως η κατάσταση παραταθεί, τότε η πίεση στα μακροοικονομικά μεγέθη θα είναι πιο έντονη.
Παράλληλα, η αγορά αναμένει την ανακοίνωση του MSCI για το ενδεχόμενο αναβάθμισης της Ελλάδας σε ανεπτυγμένη αγορά, κάτι που μπορεί να επηρεάσει σημαντικά τη ροή κεφαλαίων. Μην ξεχνάμε πως το Ελληνικό χρηματιστήριο συνεχίζει να είναι πιο αμυντικό στις πτώσεις και πιο επιθετικό στις ανόδους σε σχέση με τις υπόλοιπες αγορές. Καλό είναι να θυμίσουμε ότι το τι συνέβη από το 2008 μέχρι το 2016 στα ξένα χρηματιστήρια και τι συνέβη στο Ελληνικό. Άλλωστε όλα τα σημάδια και νούμερα συνηγορούν ότι είμαστε σε καλύτερη θέση από αρκετούς. Μόνο το κόστος δανεισμού στο 10ετές σε σχέση με Γαλλία ή Ιταλία και Γερμανία φτάνει για να καταλάβουμε ότι πλέον η εμπιστοσύνη την οικονομία έχει επιστρέψει.
Τεχνικά, η εικόνα παραμένει οριακή. Η ζώνη 1950–2020 μονάδων αποτελεί σημαντική στήριξη, ενώ το επίπεδο των 2100–2120 μονάδων λειτουργεί ως κοντινή αντίσταση. Η κατοχύρωσή του θα μπορούσε να δώσει μια πιο αξιόπιστη αντίδραση και να δείξει ότι οι αγοραστές αρχίζουν να επιστρέφουν. Πάνω από τις 2183–2184 μονάδες σε κλείσιμο, η τάση μπορεί να αλλάξει πιο ουσιαστικά.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και ο τραπεζικός δείκτης, που συνεχίζει να καθοδηγεί την αγορά. Παραμένει σε καθοδική τάση, με το stop να έχει υποχωρήσει στις 2331 μονάδες, επιβεβαιώνοντας ότι η πίεση δεν έχει εκτονωθεί. Την ίδια στιγμή, οι κινήσεις σε μετοχές όπως METLEN, BYLOT, QUALCO και ALWYN δείχνουν ότι ξένα funds αναζητούν ενεργά ευκαιρίες στην πτώση, χωρίς δισταγμό να τοποθετηθούν επιθετικά στην αρνητική πλευρά της αγοράς.
*CEO, Fast Finance ΑΕΠΕΥ






































