Στη χώρα μας δεν υπάρχει ούτε ένας πολίτης, είτε πληρώνει τους φόρους του είτε όχι, που να μην γνωρίζει πόσο μεγάλη έκταση λαμβάνει η φοροδιαφυγή διαχρονικά. Μάλιστα, εσχάτως το έμαθαν και οι Ευρωπαίοι εταίροι, οι οποίοι αναφέρονται όλο και πιο συχνά σε αυτήν. Ποιος, λοιπόν, μπορεί να φοβάται και να δαιμονοποιεί την αντιμετώπισή της;
Το σχέδιο του υπουργείου Οικονομικών και, ιδιαίτερα, οι αντιδράσεις που το συνοδεύουν στα σχετικά ρεπορτάζ, περιγράφουν με απόλυτη σαφήνεια το πρόβλημα στην πραγματική έκτασή του. Όπως και σε μία σειρά από σημαντικά ζητήματα για την ελληνική κοινωνία, τον χορό των αντιδράσεων σέρνουν εκείνοι που πράγματι πρόκειται να πληγούν από την συστηματική αυστηροποίηση των ελέγχων. Που μέχρι σήμερα βρίσκονται στο απυρόβλητο, κρυμμένοι πίσω από τα λαϊκά συνθήματα και σε βάρος όλων των υπολοίπων.
Η αιτία της… αγωνίας που έσπειραν τα κυριακάτικα ρεπορτάζ για τους ελέγχους του υπουργείου, που όπως αναφέρεται θα επεκταθούν ακόμα και στα social media, κάθε άλλο παρά την παρακολούθηση των δικτύων κοινωνικής δικτύωσης είχαν ως πηγή τους.
Ουσιαστικά, εκείνο που δημοσιοποιείται, για ευνόητους λόγους, είναι η εφαρμογή του ΥΠΟΙΚ που θα δίνει πλήρη φορολογική εικόνα του φορολογούμενου εντός 24 ωρών, και λειτουργεί ήδη πιλοτικά. Μία εξέλιξη που, εν πολλοίς, είχε προαναγγελθεί τους προηγούμενους μήνες. Όταν και έγινε γνωστό πως από το υπουργείο Οικονομικών και την Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων ζητήθηκε η συμβολή του αμερικάνικου IRS για τον εντοπισμό των φοροφυγάδων. Άλλωστε, οι ΗΠΑ είναι γνωστές για την αποτελεσματικότητά τους κατά της φοροδιαφυγής. Γι’ αυτό και έχουν συμβουλέψει τις ελληνικές αρχές επανειλημμένως στο παρελθόν.
Στην εφαρμογή αυτή, όπως αναφέρεται, θα συνδυάζονται στοιχεία του ελεγχόμενου ως υπόπτου φοροδιαφυγής από τράπεζες, εφορίες, υποθηκοφυλακεία, κτηματολόγιο, συμβολαιογράφους, λίστες καταθετών εξωτερικού και άλλες πηγές φορολογικών στοιχείων. Μάλιστα, ο έλεγχος των «υπόπτων» δεν θα γίνεται από κάποιον δημόσιο υπάλληλο, αλλά από την ίδια την εφαρμογή που θα δίνει «σήμα» για περαιτέρω έλεγχο. Έτσι, οι ύποπτοι για φοροδιαφυγή θα πρέπει να πείσουν το… μηχάνημα, και όχι τον εφοριακό της ΔΟΥ τους για την διαφάνεια των οικονομικών τους. Η πρόσβαση στα social media, του «υπόπτου» πάντα, θα λειτουργεί επικουρικά.
Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τα παραπάνω, γίνεται εύκολα κατανοητό ποιος μπορεί να ενοχλείται από τα σχέδια που γίνονται γνωστά. Ποιος φορολογούμενος πολίτης, που σηκώνει σήμερα το φορολογικό βάρος τριών μνημονίων μέσω του μισθού του, των εισφορών του, της σύνταξης ή της αύξησης του κόστους διαβίωσης, θα ενοχληθεί από την ανάπτυξη ενός συστήματος που θα επιχειρεί να εντοπίσει όσους δεν δηλώνουν τα πραγματικά τους εισοδήματα;
Σύμφωνα με μετριοπαθή έρευνα που δημοσιοποιήθηκε πρόσφατα, το ετήσιο κόστος της φοροδιαφυγής στη χώρα μας εκτιμάται σε 16 δισ. ευρώ. Για να γίνει κατανοητό το μέγεθος, φτάνει κανείς να σκεφτεί πως οι μισθολογικές δαπάνες του Δημοσίου είναι 15 δισ. ευρώ, ενώ για συντάξεις καταβάλλονται 28 δισ. ευρώ. Οι δύο κατηγορίες που, με τη σειρά τους και εφόσον η φοροδιαφυγή συνεχίζει να βαίνει ανεξέλεγκτη, θα υποστούν τον «κόφτη» που θα ενεργοποιηθεί.
Βέβαια, εάν το σύστημα πρόκειται να βάλει στο στόχαστρο των 1.800.000 «υπόπτων φοροδιαφυγής» ισάριθμες «τυρόπιτες» και άλλα, κατά νεοφιλελεύθερης φαντασίας, τεκμήρια φοροδιαφυγής, είναι προδιαγεγραμμένο πως θα κάνει μία τρύπα στο νερό. Όπως επίσης θα πρέπει να διασφαλιστεί και η προστασία των προσωπικών δεδομένων που προκύπτουν από τους εν λόγω ελέγχους. Να μην έχουμε, επί παραδείγματι, διαρροές εκατομμυρίων ΑΦΜ όπως επί θητείας Χάρη Θεοχάρη στη ΓΓΔΕ.
Από τη στιγμή που το άγος της βαριάς φορολογίας πέφτει στις πλάτες της πλειοψηφίας των φορολογούμενων της χώρας, τότε εκείνοι που διαφεύγουν εδώ και χρόνια θα πρέπει να κληθούν να πληρώσουν. Με κάθε τρόπο. Αυτοί είναι και οι μόνοι που φοβούνται οποιαδήποτε αλλαγή στο καθεστώς ανομίας που είχαν συνηθίσει μέχρι σήμερα.





































