fbpx

ΣτΕ: Χωρίς αναδρομικά οι αυξήσεις αποδοχών στους καθηγητές ΑΕΙ

0 225

Aντισυνταγματικές έκρινε η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας τις διατάξεις των άρθρων 128 έως 131 και 155 του ν.4472/2017, με τις οποίες θεσπίστηκε το νέο μισθολόγιο για τα μέλη του Διδακτικού και Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.). των Α.Ε.Ι. (βασικός μισθός και επιδόματα).

Μετά τους ιατρούς του ΕΣΥ, το Ανώτατο Δικαστήριο δικαιώνει και τους καθηγητές των Α.Ε.Ι. στις διεκδικήσεις τους για ανατροπή των διατάξεων των ειδικών μισθολογίων που ψηφίστηκαν το 2022. Αλλά, όπως στους ιατρούς έτσι και στους πανεπιστημιακούς, το Δικαστήριο δεν επεδίκασε αναδρομικά αλλά ζητά να γίνει από δω και στο εξής αναμόρφωση του μισθολογίου και να δοθούν αυξήσεις που να αποκαθιστούν τις αποδοχές τους σε αξιοπρεπή «προμνημονιακά» επίπεδα!

Σύμφωνα με το Σ.τ.Ε., οι διατάξεις των άρθρων 128 έως 131 και 155 του ν.4472/2017 αντίκεινται στην απορρέουσα από το άρθρο 16 του Συντάγματος αρχή της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης, καθώς και προς τις συνταγματικές αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας. Όμως, οι συνέπειες της αντισυνταγματικότητας των διατάξεων των άρθρων 128 έως 131 και 155 του ν. 4472/2017, αφού έγινε στάθμιση του δημοσίου συμφέροντος κρίθηκε ότι πρέπει να επέλθουν από τη δημοσίευση της απόφασης. Αυτό σημαίνει ότι το Ελληνικό Δημόσιο υποχρεούται μεν να αλλάξει το ειδικό μισθολόγιο των διδασκόντων στα Α.Ε.Ι. αναπροσαρμόζοντας σε υψηλότερα επίπεδα από τα σημερινά τις αποδοχές τους, όχι όμως αναδρομικά από την 1η-1-2017 αλλά από την ημερομηνία καθαρογραφής της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

Ειδικότερα, με την απόφαση 1911/2022 της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, κρίθηκε κατά πλειοψηφία ότι οι διατάξεις των άρθρων 128 έως 131 και 155 του ν. 4472/2017 αντίκεινται στην απορρέουσα από το άρθρο 16 του Συντάγματος αρχή της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης, καθώς και προς τις συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας.

Σύμφωνα με τα βασικότερα σημεία του σκεπτικού της απόφασης:

– Ο νομοθέτης με το ν. 4472/2017 επεδίωξε τον αριθμητικό περιορισμό των ειδικών μισθολογίων, όχι καταργώντας κάποια από αυτά, αλλά συνενώνοντας τα υφιστάμενα ειδικά μισθολόγια που, κατά την κρίση του, είχαν «ομοειδές αντικείμενο». Η συνένωση δε αυτή των μισθολογικών ρυθμίσεων που αφορούν τα μέλη του Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι., με εκείνες που αφορούν άλλες κατηγορίες δημοσίων υπαλλήλων που δεν πληρούν τις συγκεκριμένες προϋποθέσεις (ακαδημαϊκή ελευθερία, αυτοδιοίκητο Α.Ε.Ι.), οι οποίες δικαιολογούν την εφαρμογή της απορρέουσας από το άρθρο 16 του Συντάγματος αρχής της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης των μελών του Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι., συνεπάγεται παραβίαση της αρχής αυτής.

– Ο νομοθέτης προκειμένου να επιτύχει τον εξορθολογισμό των χορηγούμενων με τα μισθολόγια αυτά αποδοχών, χρησιμοποίησε αρχές και κανόνες, όχι προσιδιάζοντες ειδικώς στις ιδιαιτερότητες κάθε μισθολογίου, αλλά κοινούς για όλα τα ειδικά μισθολόγια, συνισταμένους κυρίως στην διατήρηση ενός τουλάχιστον επιδόματος, συνδεόμενου με τα ειδικά καθήκοντα κάθε κατηγορίας και με την ενεργό άσκησή τους, καθώς και στην κατάργηση του χρονοεπιδόματος και στη δημιουργία μισθολογικής κλίμακας ανά βαθμίδα, με μισθολογικά κλιμάκια (Μ.Κ.). Κρίσιμο και βασικό στοιχείο για τον προσδιορισμό των αποδοχών, μεταξύ άλλων, και των μελών του Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι., στο πλαίσιο του νέου μισθολογίου, αποτέλεσε για τον νομοθέτη, προεχόντως, η διατήρηση του μισθολογίου αυτού ως δημοσιονομικά ουδετέρου, ενόψει της ανάγκης να επιτευχθούν οι τεθέντες δημοσιονομικοί στόχοι για πρωτογενές πλεόνασμα ύψους πλέον του 3,5% του ΑΕΠ για καθένα από τα έτη 2018-2021. Δηλαδή, αν και καθένα από τα ως άνω «ειδικά μισθολόγια» αφορούσε σε διαφορετική κατηγορία λειτουργών ή υπαλλήλων, με απολύτως διακεκριμένα καθήκοντα και αποστολή καθώς και με διαφορετικά τυπικά και ουσιαστικά προσόντα (για ορισμένες δε από τις κατηγορίες αυτές συνδεόταν με την άσκηση της εκ του Συντάγματος κρατικής τους αποστολής), ο νομοθέτης αφενός μεν τα ρύθμισε στηριζόμενος σε κοινές αρχές και κοινούς κανόνες, αφετέρου δε τα αντιμετώπισε συλλήβδην ως ένα ενιαίο οικονομικό μέγεθος, το οποίο έπρεπε, υπολογιζόμενο ως σύνολο, να παραμείνει δημοσιονομικά ουδέτερο, στο πλαίσιο της ανάγκης για επίτευξη των τεθέντων δημοσιονομικών στόχων για πρωτογενές πλεόνασμα.

– Κατά την κατάρτιση των διατάξεων του μισθολογίου δεν ελήφθησαν υπόψη:

  • η σημασία και οι συνθήκες άσκησης του λειτουργήματος των μελών Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι.,
  • η ανάγκη διαφύλαξης του κύρους του δημοσίου λειτουργήματος,
  • οι επιπτώσεις από την εφαρμογή του νέου μισθολογίου στο διδακτικό και ερευνητικό προσωπικό, αλλά και στη λειτουργία των ιδίων των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, ενόψει της ανάγκης προσέλκυσης ατόμων που διαθέτουν αυξημένα προσόντα,
  • το επίπεδο διαβίωσης, όπως αυτό διαμορφώνεται με το νέο μισθολόγιο, το οποίο, ναι μεν δεν προσδιορίζεται με βάση τις προηγούμενες αποδοχές κάθε κατηγορίας δημοσίων λειτουργών ή υπαλλήλων, αλλά με βάση τις γενικότερα επικρατούσες συνθήκες και σε συνάρτηση με το επίπεδο διαβίωσης των υπολοίπων δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων, καθώς και του πληθυσμού της χώρας εν γένει, για τους πανεπιστημιακούς λειτουργούς, όμως, πρέπει να είναι και ανάλογο με το κύρος του συγκεκριμένου λειτουργήματος το οποίο ασκούν.

– Ο νομοθέτης, στο πλαίσιο ενός ευρύτερου προγράμματος, προβαίνει μεν σε πλήρη αντικατάσταση του υφισταμένου συστήματος με τη θέσπιση ενός νέου μισθολογίου, επαναφέροντας, όμως, τις αποδοχές των μελών του Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. σε επίπεδο ανάλογο των αποδοχών που είχαν μειωθεί με τις κριθείσες ως αντισυνταγματικές διατάξεις του ν.4093/2012, εφόσον ως βάση υπολογισμού αυτών, αλλά και της προσωπικής διαφοράς λαμβάνονται οι αποδοχές που ελάμβαναν στις 31.12.2016.

– Ο επαναπροσδιορισμός των αποδοχών των μελών του Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι, λαμβανόμενος αθροιστικώς με την πλήρη κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας, καθώς και με τις προηγηθείσες μειώσεις του εισοδήματος των εναγόντων μελών του Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. με παράπλευρα νομοθετήματα της προηγηθείσας περιόδου της κρίσης, έχει ως αποτέλεσμα, λόγω του σωρευτικού τους αποτελέσματος και της έκτασής τους, την υπέρβαση του ορίου που θέτουν οι συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη.

Αφήστε μια απάντηση

This website uses cookies to improve your experience. We'll assume you're ok with this, but you can opt-out if you wish. Accept Read More