Η δημόσια συζήτηση μετά τους πυροβολισμούς σε ΕΦΚΑ και Πρωτοδικείο επικεντρώνεται σχεδόν αποκλειστικά στον 89χρονο δράστη, όμως το πραγματικό ερώτημα παραμένει άλλο: πώς ένας ηλικιωμένος άνδρας κατάφερε να κυκλοφορεί οπλισμένος, να εισβάλλει σε δύο δημόσιες υπηρεσίες, να τραυματίσει πέντε ανθρώπους και να αποχωρήσει ανενόχλητος;
Ο κατηγορούμενος οδηγείται στον ανακριτή με βαριές κατηγορίες, ενώ ο ίδιος υποστηρίζει πως δεν είχε πρόθεση να σκοτώσει αλλά να προκαλέσει θόρυβο γύρω από τη διαμάχη του για τη σύνταξή του. Το ποινικό σκέλος είναι δεδομένο και η Δικαιοσύνη θα αποφανθεί.
Όμως η υπόθεση δεν σταματά εκεί. Το γεγονός ότι ο 89χρονος μπήκε σε δικαστικό μέγαρο χωρίς ουσιαστικό έλεγχο, με όπλο και φυσίγγια, αποκαλύπτει ένα σοβαρό θεσμικό κενό που δεν μπορεί να κρυφτεί πίσω από την ηλικία ή την ψυχική κατάσταση του δράστη.
Ακόμη και η παραδοχή ότι υπήρξαν ελλείψεις σε μηχανήματα ελέγχου, προσωπικό και διαδικασίες ασφαλείας δείχνει πως το πρόβλημα είναι βαθύτερο. Δεν πρόκειται μόνο για έναν άνθρωπο που «ξέφυγε», αλλά για ένα σύστημα που τον άφησε να περάσει.
Σε μια χώρα όπου καθημερινά πολίτες και εργαζόμενοι περνούν από δημόσιες υπηρεσίες και δικαστήρια, η ασφάλεια δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως δευτερεύον ζήτημα. Γιατί όταν το σύστημα αποτυγχάνει, δεν αρκεί να δείχνεις μόνο τον δράστη — πρέπει να κοιτάξεις και ποιος άφησε την πόρτα ανοιχτή.






































