fbpx

Το εργασιακό burnout της μετά-Covid εποχής

0 178

Η ψυχική υγεία και ηρεμία των εργαζομένων αποτελεί βασική συνιστώσα για μια ικανοποιητική εργασία και μια ποιοτική ζωή, γενικότερα. Όπως φαίνεται όμως, από την ίδια τη πραγματικότητα, αυτή η συνθήκη για αρκετούς ανθρώπους παραμένει όνειρο… θερινής νυκτός. Ιδιαίτερα οι νεότεροι εργαζόμενοι, έρχονται αντιμέτωποι σε μεγάλο βαθμό με μια δυσκολία διαχείρισης του εργασιακού τους περιβάλλοντος.

Ταυτόχρονα, η πανδημία του κορονοϊού και τα συνακόλουθα μέτρα, που για πρώτη φορά είδε η παγκόσμια κοινότητα να λαμβάνονται για να τον αναχαιτίσουν, είχαν άμεσες συνέπειες στην ψυχική υγεία των εργαζομένων, οι οποίοι από τη μια μέρα στην άλλη βρέθηκαν να παλεύουν όχι μόνο με τις νέες συνθήκες εργασίας, αλλά και με τα αυξημένα επίπεδα άγχους, θυμού και μοναξιάς, που προκάλεσε ο εγκλεισμός, την ίδια στιγμή που θα έπρεπε να μη μειώσουν την παραγωγικότητά τους!

Ψυχική υγεία στα… τάρταρα

Η έρευνα Global Workforce of the Future 2022, που διεξήχθη πρόσφατα από τον όμιλο Adecco, έδειξε πως παρά τη μικρή βελτίωση που παρατηρείται σήμερα σε σχέση με το 2021, η διατάραξη της ψυχικής υγείας συνεχίζει να αποτελεί ένα μεγάλο πρόβλημα για το εργατικό δυναμικό, καθώς 1 στους 4 εργαζόμενους διεθνώς ανέφερε ότι, η ψυχολογία του χειροτέρεψε τον τελευταίο χρόνο.

Σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας, η χώρα μας βρίσκεται στην πρώτη θέση σε αυτή την κατηγορία, καθώς οι Έλληνες, σε ποσοστό 37% (10% πάνω από τον μέσο όρο) αναφέρουν πως η ψυχική υγεία τους έχει επιδεινωθεί τους τελευταίους 12 μήνες. Στις επόμενες θέσεις βρίσκεται η Φινλανδία με 34%, η Ισπανία με 32% και η Γαλλία με 31%.

Στην έρευνα υπογραμμίζεται μεταξύ άλλων το γεγονός ότι, η ηλικιακή ομάδα η οποία δηλώνει περισσότερο επηρεασμένη είναι οι Millennials (42%) και οι εκπρόσωποι της Generation Z (40%), δηλαδή κυρίως τα νεότερα άτομα, ενώ πολύ μεγάλη είναι και η διαφορά στις απαντήσεις μεταξύ των στελεχών που κατέχουν θέσεις ευθύνης (45%), οι οποίοι, όπως φαίνεται, νιώθουν πολύ περισσότερο πιεσμένοι και καταβεβλημένοι, από τα στελέχη που δεν έχουν θέσεις ευθύνης (29%).

Με βάση τα πορίσματα της έρευνας, οι εργαζόμενοι ψάχνουν για μια επαγγελματική επιλογή, που θα τους διασφαλίζει την αναγκαία ισορροπία ανάμεσα στην προσωπική και την επαγγελματική ζωή. Πιο αναλυτικά, το 35% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι σκέφτεται να εγκαταλείψει την εργασία του στους επόμενους 12 μήνες, λόγω υπερβολικού στρες και μεγάλης κούρασης. Ταυτόχρονα, περίπου οι μισοί εργαζόμενοι που συμμετείχαν στην έρευνα (49%), φοβούνται ότι θα βιώσουν επαγγελματική εξουθένωση, το λεγόμενο burnout δηλαδή, κάποια στιγμή στο μέλλον, ενώ το 36% δήλωσε ότι, ήδη, βιώνει.

 

«Οι αριθμοί αυτοί είναι ιδιαίτερα ανησυχητικοί για την κατάσταση που επικρατεί στον κόσμο της εργασίας, επειδή ένα εργατικό δυναμικό το οποίο νιώθει ψυχολογικά καταβεβλημένο, όχι μόνο δεν είναι παραγωγικό, αλλά αναζητεί διαρκώς τον επόμενο σταθμό της καριέρας του, ενισχύοντας έτσι το φαινόμενο της “σιωπηλής παραίτησης”, που παρατηρείται σε πολλές επιχειρήσεις ανά τον κόσμο σήμερα» τονίζεται στην έρευνα.

Χρειάζονται μέτρα

Οι ίδιοι οι ερωτηθέντες επισημαίνουν τα τρία σημαντικότερα μέτρα που μπορεί να πάρει μια επιχείρηση, για να μειώσει τα φαινόμενα επαγγελματικής εξουθένωσης και να βελτιώσει την ψυχική ευεξία των ανθρώπων της:

Πρώτον, οι επιχειρήσεις θα πρέπει να ενθαρρύνουν τους εργαζομένους τους να κάνουν χρήση της ετήσιας άδειάς τους, για να αποσυμφορούνται, όποτε νιώθουν την ανάγκη (41%).

Δεύτερον, οι εταιρίες οφείλουν να καλλιεργούν ένα κλίμα εμπιστοσύνης και μια υποστηρικτική κουλτούρα, που θα εξασφαλίζει ότι οι εργαζόμενοι θα αισθάνονται ασφαλείς (40%).

Τρίτον, οι εργοδότες θα πρέπει να επιτρέπουν στους εργαζομένους τους να απουσιάζουν ορισμένες μέρες από την εργασία τους, όταν αισθάνονται πιεσμένοι ψυχολογικά, ώστε να μπορούν να «αναρρώσουν» (38%).

Ακόμα, από τα αποτελέσματα της έρευνας αποδεικνύεται ότι, παρά τα βήματα που έχουν γίνει για την υιοθέτηση πολιτικών που να ενισχύουν την ψυχική υγεία των εργαζομένων, η εφαρμογή τους είναι ακόμα σε πρώιμο στάδιο. Ειδικότερα, μολονότι ένας στους δύο εργαζόμενους (50%) ανησυχεί ότι θα βιώσει επαγγελματική εξάντληση κάποια στιγμή στο μέλλον, εντούτοις μόνο το 33% από αυτούς δήλωσε πως αξιοποιεί τις ημέρες άδειας, για να φροντίσει την ψυχική υγεία του. Επιπρόσθετα, μόνο το 17% των εργαζομένων απουσιάζει από την εργασία του, όταν αισθάνεται πιεσμένο ψυχολογικά και η πλειονότητα συνεχίζει να εργάζεται, παρά τον αρνητικό αντίκτυπο που μπορεί αυτό να έχει, τόσο για την υγεία του ατόμου, όσο και για την παραγωγικότητα.

«Ξυπνήστε…»

Υψηλόβαθμο στέλεχος του ομίλου Adeccο, σχολιάζοντας τα ευρήματα της έρευνας, δήλωσε: «Η ψυχική υγεία και ευεξία του ανθρώπινου δυναμικού αναγνωρίζεται ολοένα και περισσότερο ως ζήτημα καθοριστικής σημασίας. Τα ευρήματα της παγκόσμιας έρευνας καθιστούν επιτακτική ανάγκη την αφύπνιση των επιχειρήσεων για τις επιπτώσεις που έχει η επαγγελματική εξουθένωση και ο κλονισμός της ψυχικής υγείας των εργαζομένων, τόσο στην παραγωγικότητα, όσο και στην κουλτούρα των οργανισμών. Για να μετριαστεί ο κίνδυνος της “σιωπηλής παραίτησης”, οι εργοδότες θα πρέπει να επικοινωνούν αποτελεσματικότερα με τους ανθρώπους τους και να επενδύουν στη διαρκή εκπαίδευσή τους, δημιουργώντας ένα ασφαλές, υποστηρικτικό και βιώσιμο περιβάλλον».

Το ζήτημα της τηλεργασίας

Στο πλαίσιο της πανδημίας, πολλές επιχειρήσεις αναγκάστηκαν να μεταβάλλουν τις συνθήκες εργασίας και να εγκαινιάσουν λύσεις τηλεργασίας, είτε αποκλειστικά είτε μερικώς. Αν και αρχικά αυτή η λύση αγκαλιάστηκε ως θετική εξέλιξη από αρκετούς εργαζόμενους, αργότερα ξεκίνησαν να εμφανίζονται τα πρώτα… σύννεφα στην λιακάδα.

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ), μάλιστα, προειδοποίησε σε μελέτη του για τους κινδύνους που ενέχει η τηλεργασία για την ψυχική υγεία, όπως η κοινωνική απομόνωση, το διαρκές στρες και η μοναξιά, ενώ προέβλεψε ότι, η τάση θα συνεχιστεί και πολύ μετά το τέλος της πανδημίας του κορονοϊού, καθώς οι εργαζόμενοι πασχίζουν να επικεντρωθούν στα οφέλη της. Αυτή η τάση σήμερα, που στην Ευρώπη έχουν παρέλθει οι συνθήκες καραντίνας, ήδη φαίνεται.

«Όταν είναι σωστά οργανωμένη και υποστηρίζεται, η τηλεργασία μπορεί να έχει θετικές επιπτώσεις στη σωματική και ψυχική υγεία του εργαζόμενου και στην κοινωνική του ζωή. Ωστόσο, όταν η υγεία και οι κίνδυνοι ασφαλείας από την τηλεργασία δεν αποφεύγονται και οι εργαζόμενοι δεν μπορούν να κάνουν υγιεινές επιλογές ενώ τηλεργάζονται, αυτό το είδος εργασίας μπορεί να επιφέρει σημαντικά αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία», αναφέρει ο ΠΟΥ σε έκθεσή του για την ασφαλή και υγιή τηλεργασία.

Μεταξύ των άλλων κινδύνων που ελλοχεύουν για τη σωματική υγεία, ο ΠΟΥ τονίζει τη θερμική δυσανεξία, τον φωτισμό, την ασφάλεια των ηλεκτρονικών συσκευών και την ποιότητα του αέρα στα σπίτια των εργαζομένων. Παράλληλα, προειδοποιεί για την πιθανότητα κοινωνικής απομόνωσης, μοναξιάς, ανησυχίας και αισθήματος ενοχής.

Ο ΠΟΥ και η ΔΟΕ έχουν προτείνει, μεταξύ άλλων, την προμήθεια του κατάλληλου εξοπλισμού για εργασία από το σπίτι με δαπάνη του εργοδότη, την παροχή οδηγιών και εκπαίδευσης για τη μείωση των επιπτώσεων στην ψυχική και πνευματική υγεία, την παροχή επαρκών ημερών αδείας για ξεκούραση και, τέλος, τον σεβασμό στο «δικαίωμα στην αποσύνδεση», δηλαδή να μην επιτρέπεται στους εργοδότες να ενοχλούν τα στελέχη τους εκτός ωραρίου εργασίας.

Λευτέρης Στάικος

Αφήστε μια απάντηση

This website uses cookies to improve your experience. We'll assume you're ok with this, but you can opt-out if you wish. Accept Read More