fbpx

17 Νοέμβρη 1973 στη Στοκχόλμη…

0 263

«Έχει επεισόδια το κέντρο, για να μη χάσετε το αεροπλάνο, θα σας πάω από κάτι στενά που ξέρω», είπε ο ταξιτζής και προλάβαμε τελευταία στιγμή την πτήση για Στοκχόλμη στο αεροδρόμιο του Ελληνικού. Η μαμά είχε έναν πολύ επιθετικό καρκίνο, μελάνωμα το λέγανε, και στο Μεταξά πιέζανε τον θείο μου να υπογράψει για να της κόψουν το πόδι, πριν προλάβει να κάνει μετάσταση στο κεφάλι. Δεν της δίνανε περισσότερο από έναν χρόνο ζωή. Σε λίγες μέρες θα έκλεινα τα δεκατρία. Μας περίμενε ο πατέρας μου, δούλευε τότε στο εργοστάσιο της Saab, η μαμά έπεσε κλαίγοντας στην αγκαλιά του, ήξερε -ξέραμε- πως θα πεθάνει και πήγαμε να ζήσουμε μαζί του και να πάμε σχολείο στην Σουηδία.

Το ημερολόγιο έγραφε 17 Νοέμβρη 1973, μάς έβαλε να φάμε ό,τι είχε απομείνει ο μάγειρας «μεσ’ την υπόγεια την ταβέρνα, μεσ’ τους καπνούς και τις βρισιές», η σουηδική τηλεόραση είχε διακόψει το πρόγραμμά της και μετέδιδε όσα συνέβαιναν εκείνη την νύχτα στην οδό Πατησίων, «έχουν βγει στους δρόμους τα τανκς», «θα ρίξουν την πύλη», «σκοτώνουν τους φοιτητές», τόση ένταση, αγωνία, συγκίνηση, δεν έχω ξανανιώσει ποτέ.

Η «Λέσχη των Ελλήνων» της Στοκχόλμης, εκείνο το υπόγειο καπηλειό, είχε μετατραπεί σε κέντρο αντίστασης ενάντια στη στρατιωτική δικτατορία, όλοι από ‘δω πέρναγαν, παιδάκι τους γνώρισα όλους, τον Μίκη, που μου φέρθηκε τις πιο δύσκολες στιγμές σαν δεύτερος πατέρας, εδώ ζήτησα το πρώτο μου αυτόγραφο από τη Μελίνα, χάζευα τον Ανδρέα με το ζιβάγκο να αναβοσβήνει ένα τσιμπούκι και μου έκανε δώρα η κυρία Αμπατιέλου.

Αλλά, ό,τι ήτανε να πάθω, το έπαθα όταν διάβασα το βιβλίο που μου αφιέρωσε εκείνος ο πανύψηλος ο 30άρης με τα μούσια και τα μακριά μαλλιά, που μίλαγε άπταιστα γαλλικά, όπως και σουηδικά και τον ακολουθούσε συνέχεια ένα συνεργείο της τηλεόρασης. «Οι ανθρωποφύλακες» του Περικλή Κοροβέση. Τα έφερε έτσι περίεργα η ζωή και μετά από 15 χρόνια δουλεύαμε μαζί στην «Ελευθεροτυπία», αυτός με έμαθε στο ουίσκι και στο Prince το μαλακό.

Το άλλο πρωί ο μπαμπάς πήγε τη μαμά στο «Καρολίνσκα» για να ξεκινήσει τις χημειοθεραπείες και εμένα με τον αδελφό μου, μας πήρανε από το «Σοσιάλ Μπιρό» -έτσι λέγανε την κοινωνική πρόνοια- και μας αμόλησαν σ’ ένα τεράστιο πολυκατάστημα, όπου -δεν είχαμε ξαναδεί κάτι τέτοιο – μείναμε με το στόμα ανοιχτό. Με την προτροπή του μεταφραστή από την Καλαμάτα: «Πάρτε ό,τι θέλετε, θα τα πληρώσουμε και θα σας τα κουβαλήσουμε εμείς». Ντραπήκαμε. Πήραμε ζεστά μπουφάν, μποτάκια, σκούφους, κασκόλ, τι άλλο; «Πάρτε πατινάζ, θα σας μάθουμε, με αυτά πάνε τα παιδιά στο σχολείο και όλο τον εξοπλισμό για σκι, για τις λίγες μέρες, που δεν θα έχει παγώσει το χιόνι»…

Όχι μόνο δεν υπήρχε ανεργία, αλλά ζητούσαν εργατικά χέρια για τη βιομηχανία και διαπραγματεύονταν το ύψος του μισθού με τους μετανάστες. Οι φυλακές είχαν υψώσει λευκές σημαίες, αφού έδειξαν και στον τελευταίο κρατούμενο τον δρόμο προς την ελευθερία. Τον πρώτο που έκλεψε μια ασπρόμαυρη τηλεόραση, έναν… Έλληνα, αντί να τον μπουζουριάσουν στο τμήμα, τον πήγαν στο «Σοσιάλ Μπιρό». «Πες την αλήθεια, γιατί την πήρες χωρίς να την πληρώσεις;», τον ρώτησαν με απορία. «Ήθελα να τη στείλω στη μάνα μου στο χωριό, δεν έχουν ξαναδεί τηλεόραση εκεί και δεν είχα τόσα χρήματα για να την αγοράσω». «Α, είναι πολύ συγκινητικό, γιατί δεν μας τη ζήτησες; Μπορείς να την πάρεις και να τη στείλεις στην μητέρα σου». Αυτός ήταν ο ουτοπικός σοσιαλισμός στη Σουηδία του Ούλοφ Πάλμε, που -κράτησε λίγα μόνο χρόνια- έζησα μικρός.

Η κόρη μου, η Νεφέλη γίνεται στις 29 Νοέμβρη τεσσάρων χρονών. Στο προνήπιο που πάει κάνανε μια γιορτή για το Πολυτεχνείο και τους έμαθαν να φωνάζουν «Ψωμί – Παιδεία – Ελευθερία». «Πες μου και εσύ μπαμπά, ξέρεις (;) μια ιστορία;». Της είπα αυτά που γράφω πιο πάνω. «Και η γιαγιά, η γιαγιά πέθανε»;

Όχι, είναι καλή αυτή η ιστορία… Εμείς πήγαμε σε σουηδικό σχολείο, έπεσε η χούντα, ήρθε η μεταπολίτευση, η γιαγιά σου κλείστηκε πολλές μέρες σε ένα δωμάτιο κι όταν βγήκε, είπε: «Έχω καρκίνο, αλλά δεν θα πεθάνω, αυτοσυγκεντρώθηκα και μίλησα μαζί του, μού είπε ότι δεν θα μου κάνει κακό. Θέλω να γυρίσουμε τώρα στην Ελλάδα». Γυρίσαμε, ο παππούς σου είπε πως η γιαγιά θέλει να πεθάνει στην πατρίδα και να σεβαστούμε την επιθυμία της και μόλις «φύγει», θα γυρίσουμε πίσω στην Στοκχόλμη. Όμως, η γιαγιά σου παρά τις μεταστάσεις και τις εγχειρήσεις, δεν πέθαινε. Έπαιρνε σύνταξη καρκινοπαθούς κοντά 40 χρόνια και κάνανε τον σταυρό τους οι γιατροί του ΙΚΑ, που την εξετάζανε κάθε τρία χρόνια. Ούτε στο «Καρολίνσκα» ξαναπήγε, να την εξετάσουνε σαν φαινόμενο, παρόλο που της πληρώνανε όλα τα έξοδα. Έφυγε ένα βράδυ, μετά τα 80 της, αφού χόρεψε με την ψυχή της.

*Ο Ανδρέας Ρουμελιώτης γράφει κάθε Κυριακή… ΑΝΑΠΟΔΑ στην έντυπη One Voice

Αφήστε μια απάντηση

Η διεύθυνση email σας δεν θα δημοσιευθεί.

This website uses cookies to improve your experience. We'll assume you're ok with this, but you can opt-out if you wish. Accept Read More