fbpx

Απλοί γραφιάδες είμεθα. Εφημεριδάδες, εφήμεροι.

0 226

Γράφω κάθε μέρα 45 χρόνια.

Τα 25 στην ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ.

Ημείς οι ελάχιστοι που κάμωμε αυτή την λάντζα, την ταρζανιά ήθελα να πώ, δεν θεωρούμεθα ούτε συγγραφείς, ούτε ποιητές, ούτε δημοσιογράφοι, ούτε τίποτα.

Απλοί γραφιάδες είμεθα. Εφημεριδάδες, εφήμεροι. Δεν περιμένουμε να έχουμε έμπνευση για να γράψουμε το κάτι τις μας. Στύβουμε συνέχεια το μυαλό μας, κουνάμε το χεράκι μας κρατώντας μια πένα και ασταμάτητα πατάμε πλήκτρα μονότονα.

Ακριβοπληρωμένοι προλετάριοι στην βαριά βιομηχανία των λέξεων, που γράφουμε με την μέθοδο της αυτόματης γραφής, χωρίς να σκεφτούμε τι θα γράψουμε παρακάτω, μας χαρακτηρίζει η απερισκεψία, καλή ιδέα θα γράψω ένα δοκίμιο ενάντια στην σκέψη. Γι αυτό και για τα άλλα τέτοια, δεν μιας κιαλάρανε ποτές η Καϊλή κι φίλες της κι άμα τολμούσαμε να τις πλησιάσουμε ήτανε έτοιμες στην πρίζα για να μας ρίξουνε την πιο εξευτελιστική χυλόπιτα.

Παρότι, όπως προείπα, η περιπτωσάρα μου δεν θεωρείται κλασική περίπτωσις δημοσιογράφου μου έχουνε απονεμηθεί ναούμε, σε περιόδους που το κατεστημένο πίστευε πως είμαι συμβιβασμένος μαζί του, όλα τα δημοσιογραφικά βραβεία, με οικονομικώς επωφελέστερο το πρώτο βραβείο του Ιδρύματος Προαγωγής της Δημοσιογραφίας – Μπότση.

Περίπου μια δεκαρικούμπα χιλιαρικόπουλα ζεστά, τα οποία έφαγα, όπως υποσχέθηκα στον θείο μου τον Πάνο, σε δισκάκια 45 στροφών και, φυσικά στις π@@τάνες. Αυτή την ιστοριούλα θα σου ξεστομίσω σήμερα.

Ο αγαπημένος θείος μου ήταν ο θρυλικός Πάνος ο Γεραμάνης, που έφυγε νωρίς από καρδιά μια κόκκινη Πρωτομαγιά. Ο Πάνος κατά γενική ομολογία ήταν ο πιο αγαπητός δημοσιογράφος που πέρασε από αυτή την βρωμόπιατσα. Μέγας Καζατζιδη -στής, μοναδικός αθλητικογράφος, «λαϊκός βάρδος» – οι εκπομπές του στην ΕΡΑ για το λαϊκό τραγούδι έγιναν διδακτορική διατριβή σε μεγάλο μουσικολογικό πανεπιστήμιο. Ητανε εκείνος που είχε μετατρέψει σε αντιδικτατορική γιάφκα την «Ακρόπολη» και την «Απογευματινή» και έδινε όλες τις πληροφορίες στον Μίκη Θεοδωράκη και στο ΒΒC.

Δεν τον υποψιαζόντουσαν γιατί ήταν σαν τον Σπίθα στην κατοχή, με κοντά παντελονάκια ένα ατσούμπαλο χοντρό παιδί. Σε όποια ψαγμένη ταβέρνα αν πάτε έχουν την φωτογραφία του. Ήταν ο πρώτος αμετανόητος κομμουνιστής που, δούλευε τότε στα ΝΕΑ, πήρε το βραβείο Μπότση από τον πρόεδρο της Δημοκρατίας.

Πήγα στην τιμητική εκδήλωση να τον συγχαρώ: «Εσύ ανιψιέ θα είσαι ο δεύτερος διανοούμενος αγωνιστής της Αριστεράς που θα υποκλιθούν στην πένα σου και θα σε βραβεύσουν οι εκπρόσωποι της μπουρζουαζίας».

«Αποκλείεται θείο, εσύ είσαι ένας σεσημασμένος κομμουνιστής που τρως τα ντολμαδάκια της Μαρίκας, εγώ είμαι οριτζινάλε αναρχικός, Μπακούνιν και τέτοια και σου πετάω δέκα μολότοφ με το καλημέρα. Αποκλείεται!»

Πήρα το βραβείο Μπότση το 2008 γιατί, με ένα κείμενο μου που διαβαζόταν και ανάποδα, αναλάμβανα την πολιτική ευθύνη για τις μεγάλες πυρκαγιές, κάτι που δεν έκανε ο τότε πρωθυπουργός Κωστάκης Καραμανλής – τελικά τον πάω – που έπαιζε πλεηστέισιον.

Ούτε γραβάτα, ούτε κουστουμιά ο σακάτης, δεν εφόρεσα στην δεξίωση, αλλά την δεκαρικούμπα την ετσέπωσα.

Όμως, φεύ, ο καζουροκομμουνιστής, μέγα πειραχτήρι – αρχιπλακαντζής, που κέρδισε το γ@μωστοίχημα με περίμενε στην γωνία.

Αφού αγοράσαμε μια ολόκληρη συλλογή 45αρια στο Μοναστηράκι, με πήγε στο .. τόσα δίνω πόσα θες στα κάθε κάμαρα κελί, για να διαπιστώσει αυτός κι άλλοι δύο χοντροί αν έχω βαριά παλικαρίσια αναπνοή. Ποιος, εγώ, που θα μπορούσα να πάρω την άλλη μισή Αθήνα που άφησε ανικανοποίητη ο Τατσόπουλος.

Το γράφω αυτό χαρά μου σήμερα σαν αυτομαρτυρία, για να το χρησιμοποιήσεις κατά το δοκούν στο ρεπορτάζ που θα κάνει θραύση: «Που ξόδεψαν οι γνωστοί δημοσιογράφοι τα τα υπέρογκα ποσά που έπαιρναν κάποτε από τα δημοσιογραφικά βραβεία».

Αφήστε μια απάντηση

This website uses cookies to improve your experience. We'll assume you're ok with this, but you can opt-out if you wish. Accept Read More