Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι «ποιος θα σηκώσει το τηλέφωνο στις τρεις τη νύχτα» αλλάποιος θα απαντήσει στον πολίτη στις τρεις το μεσημέρι…
Άρθρο του Απόστολου Αποστόλου*
Η χώρα μοιάζει να κατηφορίζει με τα φρένα λυμένα. Όχι με τον θόρυβο μιας μεγάλης καταστροφής, αυτές έχουν τουλάχιστον την ειλικρίνεια του κρότου, αλλά με εκείνη τη σιωπηλή κατρακύλα που θυμίζει παλιό ασανσέρ το οποίο τρίζει, τρέμει, μα συνεχίζει να πέφτει σαν να έχει υπογράψει συμβόλαιο με το υπόγειο. Κι η κυβέρνηση, αντί να πατήσει το κουμπί της ανάσχεσης, επιθεωρεί τους ορόφους της πτώσης με την αυτάρεσκη βεβαιότητα του διαχειριστή που θεωρεί πως η πολυκατοικία ανήκει στην οικογένειά του.
Κάθε χρόνο κι ένας νέος φόρος. Κάθε χρόνο κι ένα ακόμη «έκτακτο» χαράτσι που αποκτά μονιμότητα, σαν εκείνους τους συγγενείς που ήρθαν για δυο μέρες και εγκαταστάθηκαν διά βίου στο σαλόνι της Δημοκρατίας. Η ακίνητη περιουσία έγινε το αιώνιο θήραμα μιας φορομπηχτικής πολιτικής, όπου το σπίτι δεν είναι πια καταφύγιο αλλά ύποπτο τεκμήριο ύπαρξης. Ο νέος φόρος που φέρνει το νομοσχέδιο για τον Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης επιβεβαιώνει το εξής: Έχεις τέσσερις τοίχους; Άρα χρωστάς. Έχεις ένα κεραμίδι; Άρα περισσεύεις.
Κι από δίπλα, οι έμμεσοι φόροι. Αυτοί οι ύπουλοι πορτοφολάδες της καθημερινότητας, που δεν σε ληστεύουν στο σκοτάδι αλλά σε ληστεύουν στο φως του σούπερ μάρκετ, στο ψωμί, στο γάλα, στο ηλεκτρικό ρεύμα. Σου παίρνουν λίγα-λίγα, με τη διακριτικότητα νοσοκόμου που αλλάζει ορό. Κι ο πολίτης, εξαντλημένος από την αριθμητική της επιβίωσης, μετράει τις μέρες όχι με ημερολόγιο αλλά με αποδείξεις.
Ταυτόχρονα, οι θεσμοί δεν λειτουργούν πλέον ως σχέσεις εμπιστοσύνης ανάμεσα στον πολίτη και το κράτος. Παρουσιάζονται σαν μηχανισμός ή, καλύτερα, σαν οργανωμένο σύστημα μέσων. Σαν γρανάζια που γυρίζουν, όχι για να παράξουν δικαιοσύνη αλλά εικόνα δικαιοσύνης. Και η εικόνα, ως γνωστόν, είναι το μοναδικό προϊόν που δεν φορολογείται ακόμη.
Ενώ οι εκβιασμοί επιστρέφουν μεταμφιεσμένοι σε πολιτική υπευθυνότητα. «Ποιος θα σηκώσει το τηλέφωνο στις τρεις τη νύχτα;» ρωτά ο πρωθυπουργός, με ύφος δραματικό, λες και η χώρα είναι τηλεφωνικό κέντρο πανικού κι όχι Δημοκρατία. Μα, ίσως, το πραγματικό ερώτημα είναι άλλο: Ποιος θα απαντήσει στον πολίτη στις τρεις το μεσημέρι; Ποιος θα σηκώσει το βάρος της ακρίβειας, της απαξίωσης, της αίσθησης ότι, όλα αποφασίζονται ερήμην του;
Η κυβέρνηση μοιάζει να οικοδομεί την αποτυχία της μεθοδικά. Όχι σαν λάθος αλλά σαν αρχιτεκτονική, με έναν σκελετό εξουσίας όπου κάθε δοκάρι στηρίζει μια ακόμη στρέβλωση. Και έτσι η χώρα οδηγείται στην αφάνεια όχι επειδή δεν έχει δυνατότητες, αλλά επειδή διοικείται με τη λογική του προσωρινού θριάμβου και της μόνιμης φθοράς.
Ο κ. Μητσοτάκης ολοκληρώνει τώρα τις τελευταίες υποχρεώσεις του προς αυτό το σύστημα συνέχειας της εξουσίας. Η ανανέωση της θητείας τού κ. Στουρνάρα στην Τράπεζα της Ελλάδος ήρθε σαν σφραγίδα μιας εποχής όπου η επανάληψη βαφτίζεται σταθερότητα. Ακόμη κι ο Ξενοφών Ζολώτας, μορφή άλλων ιστορικών βαρών και άλλων οικονομικών αδιεξόδων, δεν είχε τέτοια διαδοχική παραμονή.
Και απομένει η τοποθέτηση του νέου Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Ένα ακόμη κρίσιμο κομμάτι στο διοικητικό παζλ, πριν ανοίξει η κουβέντα των εκλογών. Σαν να θέλει η κυβέρνηση να τακτοποιήσει πρώτα τα έπιπλα του συστήματος και ύστερα να καλέσει τον λαό να εγκρίνει τη διαρρύθμιση.
Ζούμε πια σε μια χώρα όπου το παράλογο δεν κρύβεται, αλλά κυματίζει σαν επίσημη σημαία πάνω από τα υπουργικά γραφεία και τις τηλεοπτικές διαβεβαιώσεις. Εξάλλου, η λογική έγινε πολυτέλεια, σχεδόν αντικοινωνική συμπεριφορά. Ο πολίτης εκπαιδεύεται καθημερινά, όχι να ελπίζει αλλά να συμβιβάζεται. Να μικραίνει τις ανάγκες του για να χωρέσει μέσα στους αριθμούς μιας κυβερνητικής στατιστικής. Και ο συμβιβασμός έχει γίνει το νέο Ευαγγέλιο του βιοπορισμού: «Μακάριοι οι αντέχοντες», «ευλογημένοι όσοι δεν διαμαρτύρονται». Κι έτσι η ζωή δεν μετριέται πια με όνειρα αλλά με αντοχές, δηλαδή, με το πόσο ακόμη μπορεί κανείς να σκύβει χωρίς να θεωρείται γονατισμένος.
Αυτή είναι η τυπολογία μιας βαθύτερης παθολογίας. Η Νέα Δημοκρατία δεν εμφανίζει απλώς πολιτικές αστοχίες αλλά αποκαλύπτει μια κουρασμένη αντίληψη διακυβέρνησης, όπου η εξουσία αυτονομείται από την κοινωνία και συνομιλεί μόνο με τον καθρέφτη της. Κι ο καθρέφτης, ως γνωστόν, δεν αντιλέγει ποτέ. Μόνο ραγίζει.
*καθηγητής Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας






































