fbpx

Προϋπολογισμός: Το δημόσιο χρέος στα 355 δισ. ευρώ

0 95

Στα 355 δισ. ευρώ ή το 190,4% ΑΕΠ, θα διαμορφωθεί το δημόσιο χρέος το 2022 σύμφωνα με την πρόβλεψη του προσχεδίου του νέου κρατικού προϋπολογισμού. Εκτιμάται δηλαδή ότι θα καταγραφεί μείωση του δημοσίου χρέους κατά 7,5 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ έναντι του 2021. Επίσης, στο προσχέδιο γίνεται αναφορά και σε «πράσινες» εκδόσεις ομολόγων εντός του επόμενου έτους.

Πιο αναλυτικά, όπως αναφέρεται στο προσχέδιο, το χρέος της Κεντρικής Διοίκησης εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στα 386.320 εκατ. ευρώ ή 218,4% ως ποσοστό του ΑΕΠ στο τέλος του 2021, έναντι 374.006 εκατ. ευρώ ή 225,5% ως ποσοστό του ΑΕΠ το 2020, παρουσιάζοντας μείωση κατά 7,1 ποσοστιαίες μονάδες έναντι του 2020.

Το 2022 το ύψος του χρέους της Κεντρικής Διοίκησης προβλέπεται ότι θα διαμορφωθεί στα 391,2 δισ. ευρώ ή 209,8% ως ποσοστό του ΑΕΠ, παρουσιάζοντας μείωση κατά 8,6 ποσοστιαίες μονάδες έναντι του 2021.

Το χρέος της Γενικής Κυβέρνησης εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στα 350 δισ. ευρώ ή 197,9% ως ποσοστό του ΑΕΠ στο τέλος του 2021, έναντι 341 δισ. ευρώ ή 205,6% ως ποσοστό του ΑΕΠ το 2020, παρουσιάζοντας μείωση κατά 7,7 ποσοστιαίες μονάδες έναντι του 2020. Το 2022, το χρέος της Γενικής Κυβέρνησης προβλέπεται ότι θα διαμορφωθεί στα 355 δισ. ευρώ ή 190,4% ως ποσοστό του ΑΕΠ, παρουσιάζοντας μείωση κατά 7,5 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ έναντι του 2021.

Δομή και χαρακτηριστικά του χρέους της Κεντρικής Διοίκησης

Ο χρονικός ορίζοντας των λήξεων του χρέους της Κεντρικής Διοίκησης, στις 31/8/2021, εκτείνεται μέχρι το έτος 2070. Η περαιτέρω δανειοδότηση του Ελληνικού Δημοσίου μέσω των αγορών τα επόμενα έτη αναμένεται να αντικαταστήσει σταδιακά τα δάνεια με ομόλογα.

Δαπάνες εξυπηρέτησης χρέους

Οι δαπάνες για τόκους του χρέους της Κεντρικής Διοίκησης δια-μορφώνονται κοντά στα επίπεδα των 5.500-6.200 εκατ. ευρώ, ήτοι γύρω στο 3,1%-3,8% ως ποσοστό του ΑΕΠ (πίνακας 3.2). Οι μειωμένες δαπάνες τόκων τα τελευταία χρόνια οφείλονται στη μείωση του ύψους του δημόσιου χρέους μετά την ανταλλαγή των ομολόγων (PSI) του Μαρτίου 2012 και την επαναγορά του Δεκεμβρίου 2012, στη μείωση των επιτοκίων των δανείων του Μηχανισμού Στήριξης και στην αναβολή καταβολής τόκων για τα δάνεια που χορηγήθηκαν από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, καθώς επίσης και στην πτώση των επιτοκίων του ευρώ.

Οι αγορές τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου

Η υλοποίηση του προγράμματος αγοράς κρατικών χρεογράφων («Pandemic Emergency Purchase Programme» –PEPP) συνεχίστηκε από την ΕΚΤ κατά τη διάρκεια του τρέχοντος έτους με τις μηνιαίες αγορές ευρωπαϊκών κρατικών τίτλων να διαμορφώνονται στα τρέχοντα επίπεδα των 20 δισ. ευρώ. Το πρόγραμμα αναμένεται να επιβραδυνθεί σταδιακά τους προσεχείς μήνες με προοπτική να ολοκληρωθεί τον Μάρτιο του 2022, οπότε και οι συνολικές αγορές τίτλων μπορούν να ανέρθουν δυνητικά σε 1,85 τρισ. ευρώ, ενώ στη συνέχεια θα επαναξιολογηθεί η συνέχισή του με βάση τα τότε δεδομένα.

H συνολική συμμετοχή των ελληνικών ομολόγων στο έκτακτο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ υπερβαίνει τα 29 δισ. ευρώ, γεγονός που καθιστά αναγκαία τη συχνή έκδοση νέων τίτλων από το Ελληνικό Δημόσιο προκειμένου να διασφαλίζεται η επάρκειά τους για διαπραγμάτευση στη δευτερογενή αγορά. Κατά τη διάρκεια του 2021 οι αποδόσεις των μεσοπρόθεσμων κρατικών τίτλων των περισσοτέρων χωρών της Ευρωζώνης διαπραγματεύονταν με αρνητικές αποδόσεις, ενώ οι μακροπρόθεσμοι τίτλοι διαπραγματεύονταν σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα.

Η διαφορά απόδοσης (yield spread) μεταξύ του δεκαετούς ελληνικού και του αντίστοιχου γερμανικού ομολόγου αναφοράς κινήθηκε, ως επί το πλείστον, στα επίπεδα των 110-120 μο-νάδων βάσης κατά τη διάρκεια του 2021, σαφώς βελτιωμένη συγκριτικά με το προηγούμενο έτος. Στο τέλος Σεπτεμβρίου η διαφορά απόδοσης διαμορφώνεται στα επίπεδα των 100 μονάδων βάσης, με την τρέχουσα απόδοση του δεκαετούς ομολόγου να διαμορφώνεται γύρω στο 0,78%.

Το βραχυχρόνιο κόστος δανεισμού του Ελληνικού Δημοσίου, όπως αποτυπώνεται στις δημοπρασίες εντόκων γραμματίων 13, 26 και 52 εβδομάδων, εξακολουθεί να κινείται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα με αρνητικά επιτόκια για όλες τις διάρκειες των εκδόσεων. Στις πρόσφατες δημοπρασίες του Αυγούστου και του Σεπτεμβρίου του 2021 αυτό διαμορφώθηκε στο -0,40% για τα τρίμηνα, -0,39% για τα εξάμηνα και -0,31% για τα ετήσια έντοκα γραμμάτια, γεγονός που οφείλεται στα χαμηλά διεθνή επιτόκια, τη συμμετοχή των ελληνικών ομολόγων στο PEPP και τις επιτυχημένες εξόδους της χώρας στις αγορές κεφαλαίων καθ’ όλη τη διάρκεια του τρέχοντος έτους.

Πρωτογενής αγορά τίτλων

Το Ελληνικό Δημόσιο πραγματοποίησε τον Ιανουάριο του 2021 επανέκδοση τριακονταετούς ομολόγου ονομαστικής αξίας 1.400 εκατ. ευρώ και αξίας διακανονισμού 2.027 εκατ. ευρώ με ιδιωτική τοποθέτηση και ακολούθησε τον Φεβρουάριο του 2021 κοινοπρακτική έκδοση δεκαετούς ομολόγου ύψους 3.500 εκατ. ευρώ, με σταθερό επιτόκιο 0,75% και τον Μάρτιο του 2021 κοινοπρακτική έκδοση τριακονταετούς ομολόγου ύψους 2.500 εκατ. ευρώ, με σταθερό επιτόκιο 1,875%. Κατόπιν, τον Μάιο του 2021 πραγματοποιήθηκε κοινοπρακτική έκδοση πενταετούς ομολόγου ύψους 3.000 εκατ. ευρώ με μηδενικό επιτόκιο και τον Ιούνιο του 2021 ακολούθησε η κοινοπρακτική επανέκδοση του δεκαετούς ομολόγου ύψους 2.500 εκατ. ευρώ με απόδοση 0,888%. Τον Σεπτέμβριο του 2021 έγινε διπλή επανέκδοση του πενταετούς και του τριακονταετούς ομολόγου ύψους 1.500 και 1.000 εκατ. ευρώ, αντίστοιχα, με απόδοση 0,020% και 1,675%, αντίστοιχα.

Κατά τη διάρκεια του έτους το Ελληνικό Δημόσιο συνέχισε να εκδίδει τίτλους βραχυπρόθεσμης διάρκειας. Η βραχυπρόθεσμη χρηματοδότηση πραγματοποιήθηκε με μηνιαίες εκδόσεις εντόκων γραμματίων διάρκειας 13 και 26 εβδομάδων και τριμηνιαίες εκδόσεις διάρκειας 52 εβδομάδων, καθώς επίσης και σύναψη συμφωνιών repos κυρίως με τους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης. Στις 31/08/2021 το ανεξόφλητο υπόλοιπο των ΕΓΕΔ ανερχόταν σε 12.600 εκατ. ευρώ, ενώ τα repos ανήλθαν σε 33.776,7 εκατ. ευρώ.

Δευτερογενής αγορά τίτλων

Η συνολική αξία των συναλλαγών που καταγράφηκε στο Σύστημα Άυλων Τίτλων της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία περιλαμβάνει τις αγοραπωλησίες τίτλων και τις συμφωνίες επαναγοράς στην εξωχρηματιστηριακή αγορά (over-the-counter) και τις ηλεκτρονικές πλατφόρμες διαπραγμάτευσης, διαμορφώθηκε σε 109,32 δισ. ευρώ το β’ τρίμηνο του 2021 έναντι 108,32 δισ. ευρώ το α’ τρίμηνο του 2021, ενώ το β’ τρίμηνο του 2020 είχε διαμορφωθεί σε 123,64 δισ. ευρώ.

Κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2021, το 21,7% της συναλλακτικής δραστηριότητας στην Ηλεκτρονική Δευτερογενή Αγορά Τίτλων (ΗΔΑΤ) επικεντρώθηκε στους τίτλους με διάρκεια έως 5 έτη, το 26,8% στους τίτλους με διάρκεια από 5 έως 10 έτη και το 51,5% σε τίτλους με διάρκεια από 10 έως 30 έτη.Η σύνθεση της ομάδας των βασικών διαπραγματευτών αγοράς κατά το τρέχον έτος αποτελείται από 4 Ελληνικά και 14 διεθνή πιστωτικά ιδρύματα.

Βασικές κατευθύνσεις δανεισμού και διαχειριστικών στόχων για το 2022

Κατά το έτος 2021, παρά τη συνέχιση της πανδημίας του Covid-19 και τις αυξημένες χρηματοδοτικές ανάγκες τόσο στο εσωτερικό όσο και παγκοσμίως, για το ΕΔ συνεχίστηκε η αξιο-ποίηση και η βέλτιστη διαχείριση του συνόλου των κρατικών ταμειακών διαθεσίμων, τα οποία διατηρήθηκαν, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα αντίστοιχο όφελος ως προς το δημοσιονομικό αποτέλεσμα της Γενικής Κυβέρνησης, με σωρευτικά θετικές επιπτώσεις για τη βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους.

Η βραχυπρόθεσμη χρηματοδότηση του Ελληνικού Δημοσίου για όλο το έτος 2021 συνεχίστηκε να υλοποιείται μέσω εκδόσεων εντόκων γραμματίων, διάρκειας 13, 26 και 52 εβδομάδων, εξασφαλίζοντας συνεχή εκδοτική παρουσία σε όλο το βραχυχρόνιο τμήμα της καμπύλης αποδόσεων, διατηρώντας στα ίδια επίπεδα τη μέση σταθμική ωρίμανση του βραχυχρόνιου δανεισμού καθώς και τους δείκτες κινδύνου αναχρηματοδότησης, επιτυγχάνοντας παράλληλα ιστορικά ρεκόρ χαμηλών-αρνητικών αποδόσεων.

Το σύνολο των μικτών χρηματοδοτικών αναγκών του Ελληνικού Δημοσίου για το 2021, που προέκυψαν επιπροσθέτως λόγω των οικονομικών επιπτώσεων της πανδημίας, καλύφθηκε κυρίως από κοινοπρακτικές εκδόσεις ομολόγων σταθερού επιτοκίου, δεκαετούς, τριαντακονταετούς και πενταετούς διάρκειας, συνολικής ονομαστικής αξίας 15.900 εκατ. ευρώ, υλοποιώντας το εγκεκριμένο δανειακό πρόγραμμα του έτους, καλύπτοντας συγχρόνως τα κενά ληκτότητας της καμπύλης αποδόσεων, με επαρκούς ρευστότητας ομολογιακές εκδόσεις αναφοράς (benchmark issues), βελτιώνοντας εξαιρετικά τους όγκους συναλλαγών της δευτερογενούς αγοράς ελληνικών κρατικών χρεογράφων, φτάνοντας σε υψηλά 10-ετίας, διασφαλίζοντας έτσι την περαιτέρω μείωση των περιθωρίων (spreads) δανεισμού του ΕΔ, κυρίως όμως με την επέκταση της διάρκειας των νέων εκδόσεων, για πρώτη φορά μετά από σχεδόν 13 έτη.

Δεδομένων των υψηλών ταμειακών διαθεσίμων του ΕΔ, των αναμενομένων αυξημένων επιπλέον εκταμιεύσεων προς το ΕΔ από τα διάφορα σχήματα που έχουν ήδη αποφασισθεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο για την αντιμετώπιση της πανδημίας, καθώς και των σχετικά περιορισμένων χρηματοδοτικών αναγκών του για το έτος 2022, η δανειακή στρατηγική για το επόμενο έτος αναμένεται να είναι παρόμοια με αυτή του 2021. Συγκεκριμένα, η στόχευση της δανειακής στρατηγικής θα είναι η διασφάλιση της συνεχούς εκδοτικής παρουσίας του ΕΔ στις διεθνείς αγορές κεφαλαίων σε συνδυασμό με την αξιοποίηση των ευκαιριών που παρέχονται από τη συμμετοχή της χώρας στο PEPP, καθ’ όλη τη διάρκειά του, η περαιτέρω παροχή εκδόσεων υψηλής ρευστότητας με διατήρηση της ήδη εκτεταμένης φυσικής ωρίμανσής τους, η περαιτέρω μείωση των περιθωρίων δανεισμού του ΕΔ, καθώς και η περαιτέρω διασφάλιση της συνέπειας του ΕΔ ως κρατικού εκδότη με χαρακτηριστικά χώρας της ευρωζώνης. Ταυτόχρονα θα επιχειρηθεί η αξιοποίηση των ευκαιριών που παρέχονται στο βραχυχρόνιο τμήμα της ευρωπαϊκής καμπύλης σε περιβάλλον αυξανόμενων επιτοκίων, αξιοποιώντας στο μέγιστο δυνατό βαθμό τις υφιστάμενες θέσεις και τα χαρακτηριστικά του ελληνικού χαρτοφυλακίου δημοσίου χρέους. Τέλος, κατά το νέο έτος θα επιχειρηθεί η δημιουργία πλαισίου έκδοσης ελληνικών κρατικών χρεογράφων με προσανατολισμό των δανειακών τους προσόδων στην «πράσινη» και «βιώσιμη» ανάπτυξη, με στόχο την επέκταση της επενδυτικής βάσης και τη βελτίωση της εικόνας της χώρας στις διεθνείς αγορές.

Για την επίτευξη των παραπάνω στόχων, θα επιδιωχθεί, στο πλαίσιο λειτουργίας της πρωτογενούς αγοράς, πλέον της εκδοτικής δραστηριότητας, να εφαρμοστεί πολιτική διαχείρισης χαρτοφυλακίου, μέσω της οποίας θα διασφαλίζεται ο αναγκαίος χώρος για τη συνεχή παρουσία του ΕΔ στις αγορές, η περαιτέρω μείωση του κινδύνου αναχρηματοδότησης, η παροχή της αναγκαίας ρευστότητας και η βελτίωση της λειτουργίας της δευτερογενούς αγοράς των ελληνικών ομολόγων, με ταυτόχρονη αξιοποίηση της εκάστοτε κλίσης της ελληνικής καμπύλης αποδόσεων για τη διασφάλιση βέλτιστου αποτελέσματος, αναφορικά με το κόστος δανεισμού.

Κατά το επόμενο έτος, θα διατηρηθούν οι βασικοί μεσοπρόθεσμοι στόχοι διαχείρισης του χαρτοφυλακίου δημοσίου χρέους, όπως είναι η περαιτέρω μείωση ή/και εξάλειψη, του συναλλαγματικού κινδύνου για τα δάνεια εκτός ευρώ και η διατήρηση της υφιστάμενης αναλογίας χρέους σταθερού επιτοκίου στο σύνολο του χαρτοφυλακίου.

Αφήστε μια απάντηση

Η διεύθυνση email σας δεν θα δημοσιευθεί.

This website uses cookies to improve your experience. We'll assume you're ok with this, but you can opt-out if you wish. Accept Read More