Το ρίσκο των «υπερσυστημικών» τραπεζών
Οι συνεχιζόμενοι «γάμοι» μεταξύ τραπεζών και ασφαλιστικών εταιριών δημιουργούν χρηματοοικονομικούς κολοσσούς, και αυτό, ενδεχομένως, κρύβει κινδύνους
Η πρόσφατη εξαγορά της Ευρώπη Holdings από την CrediaBank είναι το τελευταίο επεισόδιο ενός «σίριαλ» που ξεκίνησε πριν δύο χρόνια και φαίνεται ότι θα συνεχιστεί. Στο πρόσφατο συνέδριο των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών εταιρειών στην Ύδρα, ο προβληματισμός ήταν έντονος. Οι τράπεζες εισέρχονται επιθετικά σε έναν ακόμη κλάδο και απ’ ότι δείχνουν οι εξελίξεις, οι μεγαλύτερες ασφαλιστικές θα γίνουν θυγατρικές τραπεζών. Τα επόμενα επεισόδια, ίσως, περιλαμβάνουν Groupama και Interamerican, όπως ενδεχομένως και την Ergo με την NN, των οποίων τα συμβόλαια με την Τράπεζα Πειραιώς λήγουν το 2027.
Ολοκληρωτική παρουσία
Οι τράπεζες δεν αγοράζουν ασφαλιστικές μόνο για να συνεισφέρουν με τα έσοδά τους. Βασικά, τις θέλουν για τα μεγάλα assets που αυτές έχουν. Οι ασφαλιστικές συνολικά κατέχουν περίπου 13 δισ. ευρώ σε ελληνικά ομόλογα. Έχουν, επίσης, ακίνητα που ξεπερνούν τα 10 δισ. ευρώ, ενώ τα υπόλοιπα 8 δισ. της περιουσίας τους είναι είτε σε αμοιβαία κεφάλαια είτε σε προθεσμιακές καταθέσεις. Οι πέντε μεγαλύτερες ασφαλιστικές κατέχουν περίπου το 80% των περιουσιακών στοιχείων του κλάδου.
Από τις εξαγορές των ασφαλιστικών, οι τράπεζες θα αυξήσουν σημαντικά τα ίδια κεφάλαιά τους, όπως έκανε η Πειραιώς με την Εθνική Ασφαλιστική. Μάλιστα, πρόσφατα η Πειραιώς μεταβίβασε ακίνητα αξίας 38 εκατ. ευρώ της Εθνικής Ασφαλιστικής στο κέντρο της Αθήνας, στην άλλη θυγατρική της, την Trastor. H Εurolife, με τη σειρά της, ενισχύει τα ίδια κεφάλαια (λόγω του «Danish compromise») της Eurobank, ενώ και η ΕΤΕ θα ενισχυθεί κατά το ποσοστό του 30% από τα περιουσιακά στοιχεία της Allianz.
Aπό την αποεπένδυση, στην επένδυση
Τα χρόνια της ελληνικής κρίσης, την περίοδο 2010-2017, οι ελληνικές τράπεζες αποεπένδυσαν από τον ασφαλιστικό κλάδο, λόγω της «Βασιλείας ΙΙ» που απαγόρευε στις τράπεζες να κατέχουν μη τραπεζικά assets. Μετά την έξοδο από τα μνημόνια (από το 2018 και εντεύθεν) είχαμε την αντιστροφή του κλίματος στην Ελλάδα, αλλά και διεθνώς και οι τράπεζες μπορούσαν να επενδύουν και σε ασφαλιστικές.
Έτσι, μετά την πανδημία, από το 2021 και ύστερα, ξεκίνησε αυτό το επιχειρηματικό «φλερτ» μεταξύ των δύο κλάδων, με εμφανή αποτελέσματα σε συνεργασίες και εξαγορές. Να θυμίσουμε τη στρατηγική συνεργασία της Alpha Bank με την Generali, την εξαγορά της Eurolife από την Eurobank, το mega-deal πέρυσι της εξαγοράς της Εθνικής Ασφαλιστικής από την Πειραιώς (ενώ έχει και παράλληλες σχέσεις με NN και Ergo, με ημερομηνίες λήξης που πλησιάζουν), ενώ η τελευταία συστημική τράπεζα που προχώρησε προ δύο εβδομάδων σε εξαγορά μεριδίου ασφαλιστικής είναι η Εθνική, που εξαγόρασε το 30% της Allianz Ελλάδος.
Πολλαπλά οφέλη
Τα βασικά οφέλη από τις εξαγορές των ασφαλιστικών είναι τα εξής :
1. Μεγιστοποίηση εσόδων χωρίς αύξηση εξόδων.
2. Διαφοροποίηση πηγών κερδοφορίας.
3. Οι τράπεζες εμπλουτίζουν τα ίδια κεφάλαιά τους με τα κεφάλαια των ασφαλιστικών.
4. Οι τράπεζες αποκτούν ένα ισχυρό δίκτυο μέσα από τους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές και πρόσβαση σε νέα πελατολόγια.
5. Πρόσβαση των ελληνικών τραπεζών στα διεθνή κέντρα αποφάσεων των πολυεθνικών ασφαλιστικών.
Ελλοχεύουν κίνδυνοι
Ο μεγάλος συστημικός κίνδυνος -που παρότι το γνωρίζουν τόσο ο SSM και η Τράπεζα της Ελλάδος, όσο και η κυβέρνηση, το αποσιωπούν- είναι ότι δημιουργούνται, πλέον, υπερσυστημικές τράπεζες, και στο εξής, κάθε κίνδυνος σε μεγάλη ελληνική τράπεζα μπορεί να μεταφερθεί σε όλο το χρηματοοικονομικό περιβάλλον.
Άλλωστε, ας μην ξεχνάμε ότι οι ελληνικές τράπεζες αποεπένδυσαν λόγω κρίσης (και «Βασιλείας ΙΙ») από τα μη τραπεζικά assets για να επιστρέψουν πλέον ως αγοραστές, εύρωστες και με ισχυρότερες φιλοδοξίες. Οι εποπτικές αρχές στην ΕΚΤ ίσως θα πρέπει να το… ξαναδούν το έργο και να διατηρήσουν τις «αποστάσεις ασφαλείας» μεταξύ των επιμέρους παραγόντων της χρηματοπιστωτικής αγοράς.
Δεν είναι όλα ρόδινα
Αν θέλουμε να δούμε τα αρνητικά στοιχεία από την «καταιγίδα» των εξαγορών και συγχωνεύσεων μεταξύ τραπεζών και ασφαλιστικών, θα πρέπει να εστιάσουμε πρώτα στους 15.000, περίπου, ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές (τον «ασφαλιστή της γειτονιάς», όπως λέμε). Αρκετοί εξ’ αυτών θα δουν τις εργασίες τους να συρρικνώνονται και θα αναγκαστούν είτε να κλείσουν τις δουλειές τους είτε να ενταχθούν σε μεγαλύτερα σχήματα.
Για τους πολίτες και καταναλωτές, οι εξαγορές των ασφαλιστικών από τις τράπεζες μπορεί να οδηγήσουν σε σημαντική εξάρτηση των τιμολογήσεων από την οικονομική πολιτική των τραπεζών (ανοδικά, εάν οι τράπεζες θέλουν περισσότερα κέρδη), λόγω της συγκέντρωσης της χρηματοοικονομικής αγοράς σε λίγους ομίλους.
Από εκεί και πέρα, θα πρέπει να υπάρξει η παρέμβαση της ΤτΕ και της Επιτροπής Ανταγωνισμού που θα κρίνουν πότε υπάρχει κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης και στις ασφαλίσεις και στις τραπεζικές εργασίες.




































