Για δεύτερη φορά αθωώθηκε ο δημοσιογράφος και εκδότης του περιοδικού Ηot Doc, Κώστας Βαξεβάνης, για τη δημοσιοποίηση της «λίστας Λαγκάρντ».
Γράφει: Ελίνα Ιατρίδου
Η υπόθεση κρίθηκε σε δεύτερο βαθμό από το Αυτόφωρο Τριμελές Πλημμελειοδικείο μετά από έφεση υπέρ του νόμου που άσκησε η Εισαγγελία κατά της πρωτόδικης αθωωτικής απόφασης. Ο δημοσιογράφος είχε κριθεί πριν ένα χρόνο αθώος, αλλά σήμερα κάθισε και πάλι στο εδώλιο, κατηγορούμενος για παραβίαση προσωπικών δεδομένων.
Νωρίτερα ο εισαγγελέας της έδρας ζήτησε την ενοχή του Κ. Βαξεβάνη υποστηρίζοντας ότι η δημοσίευση των αρχείων της «λίστας Λαγκάρντ» συνιστά παραβίαση προσωπικών δεδομένων, καθώς -όπως υπογράμμισε – τα πρόσωπα που περιλαμβάνονταν στον επίμαχο κατάλογο δεν συναίνεσαν στη δημοσιοποίηση των στοιχείων τους.
Ο εισαγγελικός λειτουργός στην αγόρευσή του τόνισε ότι «σκοπός της δίκης δεν είναι η λογοκρισία ή ο εκφοβισμός, αλλά τα όρια για δύο κατοχυρωμένα δικαιώματα». Και ανέφερε ότι η νομική προσέγγισή του θα ήταν διαφορετική αν ο κατηγορούμενος δημοσιογράφος «δημοσίευε αποκλειστικά πρόσωπα που ασκούσαν δημόσιο λειτούργημα ή συνδέονταν με τέτοια ως παρένθετα πρόσωπα».
Στην πρόταση του επί της ενοχής ο εισαγγελέας συμπλήρωσε ότι η δημοσίευση της «λίστας Λαγκάρντ» δεν πρόσθεσε κάτι στην διερεύνηση της υπόθεσης, αφού ο επίμαχος κατάλογος ήταν ήδη στα χέρια των οικονομικών εισαγγελέων 15 μέρες πριν την έκδοση του περιοδικού.
Στην απολογία του ο Κ. Βαξεβάνης υποστήριξε ότι η υπόθεση της λίστας είναι μια τεράστια συγκάλυψη.«Tην ίδια λίστα είχαν παραλάβει άλλες χώρες και την αξιοποίησαν, ενώ η Ελλάδα την απέκρυψε», ανέφερε και συμπλήρωσε ότι «με συνέλαβαν σαν εγκλήματα επειδή αποκάλυψα τη διαφθορά και τη διαπλοκή».
Ο δημοσιογράφος είπε ακόμη ότι στο επίμαχο δημοσίευμα «αναφέρεται από την πρώτη στιγμή ότι όσοι βρίσκονται στη λίστα δεν είναι ένοχοι ή αθώοι, αλλά απλοί καταθέτες», τονίζοντας ότι «για την προστασία όλων καλό είναι τα πράγματα να δημοσιεύονται».






































