Γράφει ο Άκης Λιάντζουρας*
Στα Βορίζια, μωρέ, δεν ακούς μόνο τον αέρα να κατεβαίνει απ’ τον Ψηλορείτη. Ακούς και πράματα που δεν λέγονται. Κουβέντες κομμένες στη μέση. Βλέμματα που φεύγουν. Πόρτες που κλείνουν προτού ρωτήσεις. Και άμα είσαι από κοντά, άμα κατάγεσαι από τις Μάκρες, το διπλανό χωριό, δεν το βλέπεις σαν τουρίστας στις Ειδήσεις. Το βλέπεις σαν άνθρωπος που ξέρει πως η Μεσαρά δεν είναι απλώς τόπος. Είναι μνήμη, πείσμα, χώμα, συγγένεια, φόβος και περηφάνια μαζί.
Τα Βορίζια βγήκαν στην επικαιρότητα με τον χειρότερο τρόπο. Με αίμα. Με σφαίρες. Με οικογένειες που, σύμφωνα με τα ρεπορτάζ, κουβαλούσαν χρόνια αντιπαλότητα. Με ένα χωριό που ξαφνικά έγινε τίτλος στα Δελτία, λες και η Κρήτη είναι σκηνικό από παλιά ταινία με βεντέτες. Μα δεν είναι τόσο απλό. Γιατί πίσω από κάθε «μακελειό» υπάρχει μια κοινωνική μηχανή που δούλευε καιρό, σιωπηλά, μέχρι που έσκασε.
Και ύστερα ήρθαν οι νεότερες αποκαλύψεις. Η ειδησεογραφία μιλά για «οικογενειακή μαφία», για απειλές, ξυλοδαρμούς, εμπρησμούς, καταπατήσεις χωραφιών και επιδοτήσεις που φέρονται να εισπράχθηκαν πάνω σε ξένες εκτάσεις. Αγρότες, λένε τα ρεπορτάζ, φοβούνταν να μιλήσουν. Και αυτό είναι το πιο βαρύ. Όχι η μία πράξη. Το σύστημα που επιτρέπει στη μία πράξη να γίνει καθεστώς.
Γιατί στα μικρά χωριά η εξουσία δεν φορά πάντα κοστούμι. Μπορεί να φορά στιβάνια. Μπορεί να κάθεται στο καφενείο. Μπορεί να ξέρει ποιος έχει χωράφι, ποιος έχει χρέος, ποιος έχει παιδί στην Αθήνα, ποιος φοβάται και ποιος δεν θα πάει ποτέ στην Αστυνομία. Εκεί αρχίζει το πράμα και στραβώνει. Όταν η κοινωνική φήμη γίνεται όπλο. Όταν η οικογένεια γίνεται μηχανισμός. Όταν το «μη μιλείς» γίνεται νόμος πιο δυνατός απ’ τον Νόμο.
Και να το πούμε καθαρά, αυτό δεν είναι «η Κρήτη». Η Κρήτη δεν είναι οι σφαίρες. Η Κρήτη είναι οι άνθρωποι που δουλεύουν, που ξενυχτούν στα ζώα και στα λιόφυτα, που κρατούν σπίτια, παιδιά και μνήμες όρθιες. Μα υπάρχει και μια άλλη Κρήτη, σκοτεινή, που κρύβεται πίσω από την τιμή και την παλικαριά. Μια Κρήτη όπου η παλικαριά μπερδεύτηκε με την επιβολή και η τιμή με την εκδίκηση.
Τα Βορίζια, λοιπόν, δεν είναι απλώς είδηση. Είναι προειδοποίηση. Όταν η πολιτεία φτάνει αργά, όταν οι καταγγελίες μένουν στα συρτάρια, όταν το χωριό μαθαίνει να ζει με τον φόβο, τότε δεν έχουμε «έκρηξη βίας». Έχουμε λογαριασμό που συσσωρεύτηκε χρόνια και ήρθε η ώρα να πληρωθεί.
Και από τις Μάκρες, που είναι δίπλα, το νιώθεις ακόμα πιο άγρια. Γιατί δεν λες «αυτοί εκεί». Λες «εμείς εδώ γύρω». Και αυτό πονά. Γιατί το φαινόμενο στα Βορίζια δεν ζητά κουτσομπολιό. Ζητά καθαρό βλέμμα. Να ξεχωρίσουμε την παράδοση από την αγριότητα. Την τιμή από την τρομοκρατία. Την Κρήτη από την καρικατούρα της.
Και κυρίως, να ξαναδώσουμε φωνή σε εκείνους που τόσα χρόνια μιλούσαν χαμηλά. Γιατί χωριό χωρίς φωνή δεν είναι χωριό. Είναι φυλακή με ωραία θέα.





































