Αυτή τη φορά οι συνομιλίες ξεκίνησαν χωρίς τυμπανοκρουσίες. Όμως, το γεγονός ότι ο δεύτερος γύρος των εμπορικών συνομιλιών Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ηνωμένων Πολιτειών τελικά προχώρησε, παρά την οργή των Ευρωπαίων για την υπόθεση των υποκλοπών και τις απειλές τους να «σκοτώσουν» το υπό συζήτηση διατλαντικό εμπορικό σύμφωνο, λέει από μόνο του πολλά για τα αμοιβαία συμφέροντα που διακυβεύονται.
Βεβαίως οι συνομιλίες ξεκίνησαν με ένα μήνα καθυστέρησης, δεδομένου ότι το αρχικό ραντεβού του Οκτωβρίου συνέπεσε με το ξέσπασμα του σκανδάλου που καθιστούσε απαγορευτική κάθε πιθανότητα οι δύο πλευρές να καθίσουν στο τραπέζι και να συζητήσουν την επίτευξη μιας συμφωνίας ελευθέρου εμπορίου. Όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούν να διαχωρίσουν το πολιτικό και επικοινωνιακό παιχνίδι που οφείλουν να ακολουθούν από το τι τους συμφέρει οικονομικά, σε μια περίοδο που η κρίση δεν επιτρέπει να αγνοούνται επενδυτικές και αναπτυξιακές ευκαιρίες.
Έτσι, λοιπόν οι Ευρωπαίοι, αν και έντονα δυσαρεστημένοι από τις εκτεταμένες αμερικανικές παρακολουθήσεις, έδωσαν …τόπο στην οργή και ξανακάθισαν στο τραπέζι των συνομιλιών, αυτή τη φορά στις Βρυξέλλες. Και αυτό παρά το γεγονός ότι ακόμη και χθες η ομάδα των Πρασίνων στην Ευρωβουλή επανήλθε στο θέμα, ενώνοντας τη φωνή της με τις υπόλοιπες κοινοβουλευτικές ομάδες που έχουν ζητήσει το πάγωμα των συνομιλιών.
Αντιπροσωπεύοντας μαζί περίπου το μισό της παγκόσμιας οικονομίας, το υπό διαπραγμάτευση σύμφωνο ελευθέρου εμπορίου, Transatlantic Trade and Investment Partnership, υπόσχεται να φέρει σε νέα επίπεδα τις ήδη πολύ στενές εμπορικές σχέσεις Ευρώπης και Αμερικής, που πέρυσι ανήλθαν στα 800 δισ. ευρώ, να τονώσει την ανάπτυξη και βέβαια να δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας, που και οι δύο πλευρές του Ατλαντικού έχουν διακαώς ανάγκη.
Ενδεικτικά στις ΗΠΑ, πρόσφατη μελέτη του αμερικανικού think tank, «Atlantic Council», εκτίμησε ότι η υπογραφή του TTIP θα μπορούσε να δημιουργήσει έως και 750.000 νέες θέσεις εργασίας. Αντιστοίχως, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σε έκθεση της, έχει υπολογίσει ότι η συμφωνία θα προσθέσει έως και 120 δισ. ευρώ ετησίως στην ταλαιπωρημένη ευρωπαϊκή οικονομία, τονώνοντας σημαντικά την αγορά εργασίας. «Η συμφωνία θα είναι το φτηνότερο δυνατό πακέτο στήριξης της οικονομίας» σχολίαζε χαρακτηριστικά η έκθεση της Κομισιόν.
Κοινώς τα οφέλη που υπόσχεται η TTIP είναι υπερβολικά σημαντικά για να θυσιαστούν στο βωμό της πολιτικής διαμάχης που έχει προκαλέσει το σκάνδαλο των υποκλοπών, όσο σοβαρό κι αν είναι.
Οι εβδομαδιαίες διαπραγματεύσεις θα ξεκινήσουν από το κανονιστικό πλαίσιο και την άρση της γραφειοκρατίας που εξακολουθεί να ανακόπτει τις διμερείς εμπορικές σχέσεις, και να καθιστά ακριβότερα τα εισαγόμενα προϊόντα. Και κατόπιν θα περάσουν σε θέματα επενδύσεων, αλλά και συγκεκριμένους κλάδους, όπως ο τομέας των υπηρεσιών, η ενέργεια και οι πρώτες ύλες.
Θυμίζουμε ότι ο πρώτος γύρος των συνομιλιών διεξήχθη στην Ουάσιγκτον το περασμένο Ιούλιο, ενώ το επόμενο ραντεβού έχει από τώρα προγραμματιστεί για τα μέσα Δεκεμβρίου στην Ουάσιγκτον. Και εφόσον όλα πάνε καλά, οι δύο πλευρές ελπίζουν να φτάσουν σε συμφωνία μέχρι τα τέλη του 2014.






































