Για αδιαφανείς και απαράδεκτες διαδικασίες αναφορικά με το μέλλον του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου μίλησε ο πρόεδρος της ΟΤΟΕ, κ. Σταύρος Κούκος κατά την διάρκεια συνεντευξης τύπου για την παρουσίαση των Θέσεων της ΟΤΟΕ για ένα νέο πλαίσιο και ρόλο του τραπεζικού συστήματος.
Απαντώντας σε ερώτηση της FMVoice.gr ο κ. Κούκος ανέφερε ότι το ΤΤ συγκριτικά με άλλες συστημικές τράπεζες παρουσιάζει καλύτερα στοιχεία και δείκτες και αναρωτήθηκε “γιατί αυτή η τράπεζα τόσο εύκολα χαρακτηρίστηκε μη βιώσιμη;”.
Για επικείμενες περικοπές τόσο στα τραπεζικά δίκτυα όσο και στο προσωπικό, αποτέλεσμα των συγχωνεύσεων, ο κ. Κούκος σημείωσε ότι οι διοικήσεις της Εθνικής, της Alpha και της Πειραιώς στις επαφές τους με την ομοσπονδία έχουν απορρίψει το ενδεχόμενο απολύσεων και οι περικοπές προσωπικού θα αφορούν σε συνταξιοδοτήσεις και ενδεχομένως εθελουσίες εξόδους.
Μάλιστα, έφερε ως παράδειγμα πρόσφατα λεγόμενα τραπεζίτη, ο οποίος “έχει προχωρήσει σε δύο εξαγορές” (φωτογραφίζοντας ουσιαστικά τον κ. Μιχάλη Σάλλα της Πειραιώς), που υποστήριξε σε επαφές με την ΟΤΟΕ ότι θα κερδίσει λιγότερα από τις απολύσεις σε σχέση με όσα θα χάσει από την αναταραχή στους κόλπους του προσωπικού που μπορεί ναοδηγήσουν ακόμη και σε απώλεια καταθέσεων.
Στην ομιλία του ο κ. Κούκος ανέφερε ότι η λειτουργία των τραπεζών και η προωθούμενη ανακεφαλαιοποίηση, με τον τρόπο που επιχειρείται να γίνει σήμερα, έχει πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές διαστάσεις, που πρέπει να μας προβληματίσουν ευρύτερα.
«Το τραπεζικό σύστημα είναι το κυκλοφοριακό σύστημα της οικονομίας. Όποιος το ελέγχει, ελέγχει τη δυναμική, τους φορείς και την κατεύθυνση της ανάπτυξης για τις επόμενες δεκαετίες… Σήμερα, προωθείται μια βεβιασμένη ανακεφαλαιοποίηση των λεγόμενων συστημικών τραπεζών», σχολίασε χαρακτηριστικά.
Και συνέχισε: «Δεν είναι αποδεκτό ο ελληνικός λαός να υφίσταται τα πάνδεινα για να χρηματοδοτήσει την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών (μέσω δημόσιου δανεισμού και νέων σκληρών μέτρων για τη λήψη της αντίστοιχης δόσης των 31,5 δισ), δίχως ουσιαστικά να έχει τον παραμικρό έλεγχό τους, δίχως αυτές να αναλαμβάνουν την παραμικρή κοινωνική και αναπτυξιακή δέσμευση. Είναι άλλωστε καιρός και οι Τράπεζες, ως ιδιαίτερα προστατευόμενες, σήμερα, επιχειρήσεις, να συνεισφέρουν στην αντιμετώπιση της κρίσης ως κοινωνικά υπεύθυνες επιχειρηματικές οντότητες και ως κοινωνικά υπεύθυνοι εργοδότες».
Επίσης, τόνισε ότι η έκθεση της Blackrock δεν δημοσιοποιήθηκε και έχει ήδη ξεπεραστεί, από τις νέες επιπτώσεις της ύφεσης και των εισοδηματικών περικοπών, που αυξάνουν τους κινδύνους και τις επισφάλειες. «Ούτε, βέβαια, γνωστοποιήθηκαν τα αποτελέσματα τραπεζών, που με προκλητικό τρόπο ανακλήθηκε η άδειά τους και διασπάστηκαν και απορροφήθηκαν άρον-άρον (περίπτωση ΑΤΕ) ή που αυθαίρετα κρίθηκαν «μη βιώσιμες» (περίπτωση ΤΤ). Κανείς, πλέον, δεν γνωρίζει αν αυτή η ανακεφαλαιοποίηση, που είναι αναγκαία, θα είναι και επαρκής», υπογράμμισε ο κ. Κούκος…
Οι προτάσεις της ΟΤΟΕ
Στο πλαίσιο αυτό, η ΟΤΟΕ πρότεινε ένα ολοκληρωμένο εθνικό σχέδιο για το χρηματοπιστωτικό σύστημα, με διαφάνεια και με καθορισμένους οικονομοτεχνικούς και κοινωνικούς όρους.
Οι 6 βασικοί άξονες αυτού του σχεδίου είναι:
1. Να διασφαλίζεται η παρουσία του δημοσίου στο τραπεζικό σύστημα.
Η χώρα, κάθε χώρα, οφείλει να διαθέτει ένα τραπεζικό σύστημα που να καλύπτει πρωτίστως τις εθνικές αναπτυξιακές ανάγκες, προτεραιότητες και επιλογές.
Αυτό το σύστημα, πρέπει να αποτελείται από δύο ισχυρούς τραπεζικούς πυλώνες:
Μια δημόσια τράπεζα επενδύσεων, κατά το παράδειγμα της γερμανικής Kfw, με στόχο την παροχή αναπτυξιακών δανείων σε επιλεγμένους τομείς αιχμής.
Ισχυρές εμπορικές τράπεζες (στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και Τράπεζες που βασικός τους μέτοχος είναι τα ασφαλιστικά ταμεία), τράπεζες ειδικού σκοπού (ταμιευτήριο, όπως ισχύει παντού στην Ευρώπη), τοπικού ενδιαφέροντος και περιφερειακές τράπεζες.
2. Να διασφαλίζεται η εξισορροπητική παρέμβαση της κυβέρνησης στη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος.
Μια παρέμβαση αναγκαία, που ούτε η «αυτορρύθμιση» των αγορών, ως δήθεν αυτόματων μηχανισμών ανακατανομής της αποταμίευσης στις πιο αποτελεσματικές επενδυτικές δραστηριότητες, ούτε οι μέχρι σήμερα επιδόσεις των Κεντρικών Τραπεζών, έπεισαν πως μπορούν να την υποκαταστήσουν.
Για να δρομολογήσει την ανάταξη της οικονομίας και τη διαμόρφωση μιας συγκροτημένης και επαρκούς παραγωγικής βάσης, αλλά και για την επίτευξη των εθνικών αναπτυξιακών στόχων, η χώρα μας, κάθε χώρα, πρέπει να μπορεί να εποπτεύει και να καθοδηγεί τόσο το τραπεζικό της σύστημα, όσο και την κεντρική της τράπεζα, με στόχους, μεταξύ άλλων:
α) Την αποφυγή εκ μέρους τους αθέμιτων πρακτικών (εις βάρος της οικονομίας, της υγιούς επιχειρηματικότητας, της εργασίας, των κοινωνικών αναγκών κ.λπ)
β) Την αποτροπή εκχώρησης κρίσιμων εθνικών αρμοδιοτήτων οικονομικής πολιτικής για την ανάπτυξη της χώρας.
γ) Την παροχή επαρκούς ρευστότητας (δανείων) στις επιχειρήσεις και στα νοικοκυριά της χώρας, με σωστή εκτίμηση του εκάστοτε αναλαμβανομένου κινδύνου και των παρεχόμενων εγγυήσεων.
δ) Την επαρκή προστασία των θέσεων εργασίας.
3. Να διασφαλίζεται η τήρηση, από τις Τράπεζες, αναπτυξιακών και κοινωνικών κριτηρίων.
Σε αυτή τη βάση, η ΟΤΟΕ θεωρεί αναγκαίο:
Να θεσπιστεί ρήτρα διοχέτευσης ρευστότητας σε παραγωγικές επενδύσεις με κριτήριο τις δημιουργούμενες θέσεις εργασίας, τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις και τη χρήση νέων τεχνολογιών – καινοτομιών.
Να θεσπιστεί ρήτρα διοχέτευσης ρευστότητας σε παραγωγικές επενδύσεις με εξαγωγικό προσανατολισμό ή με στόχευση στην υποκατάσταση εισαγωγών, που αυξάνουν τη διατροφική και παραγωγική αυτάρκεια της Ελλάδας.
Να γίνει κατάλληλη χρήση της φορολογίας (κίνητρα/αντικίνητρα) ανάλογα με την κατανομή της ρευστότητας σε παραγωγικές ή κερδοσκοπικές δραστηριότητες ή ανάλογα με το ρίσκο της διαχείρισης των υποχρεώσεων και των απαιτήσεων του κάθε τραπεζικού ιδρύματος.
Να γίνεται διαχείριση του ενεργητικού σύμφωνα με την πιστοληπτική δυνατότητα και την εκτίμηση του συστημικού ρίσκου.
Να προωθηθούν τριμερείς συμφωνίες (Κυβέρνηση, ΕΕΤ, ιδιωτικός τομέας) για τη χρηματοδότηση συγκεκριμένων κλάδων/δραστηριοτήτων αναπτυξιακής προτεραιότητας, όπως ήδη συμβαίνει στην Ιταλία, αλλά και για τη διευκόλυνση της αποπληρωμής υφιστάμενων δανείων.
Επιπρόσθετα και εξειδικεύοντας για τις ανάγκες της κοινωνίας πρέπει να προβλέπονται τα εξής:
α. Στήριξη της αγοραστικής δύναμης των μεσαίων στρωμάτων και ενίσχυση των κοινωνικά ευάλωτων ομάδων, με κατάλληλα μέτρα και ρυθμίσεις όπως:
Προστασία των δανειοληπτών και της πρώτης κατοικίας με διευθέτηση ληξιπρόθεσμων οφειλών ευάλωτων ομάδων και ευνοϊκά μέτρα για να μπορέσουν να ανταποκριθούν στην εξυπηρέτηση των δανείων τους.
β. Στήριξη της πραγματικής οικονομίας και των Μικρο-Μεσαίων Επιχειρήσεων
Ενίσχυση παραγωγικών αναδιαρθρώσεων κλάδων και περιοχών που πλήττονται ιδιαίτερα από την κρίση με στοχευμένα κίνητρα και χρηματοδότηση με προϋπόθεση να διατηρήσουν και αν είναι δυνατόν να αυξήσουν την απασχόληση.
4. Να υπάρξει κατάλληλη αλλαγή πλαισίου και αποτελεσματική εποπτεία των Τραπεζών.
Το Χρηματοπιστωτικό Σύστημα δεν θα κριθεί στα ποσοτικά – και μόνο – μεγέθη.
Χρειάζεται ένα νέο ρυθμιστικό πλαίσιο, που να μπορεί να εγγυηθεί τη σταθερότητά του και μέσω αυτής, τη σταθερότητα του οικονομικού συστήματος στο σύνολό του.
Σήμερα προωθείται η διαμόρφωση μεγάλων τραπεζικών ομίλων, που θα προσφέρουν μεγάλη ποικιλία χρηματοοικονομικών υπηρεσιών και προϊόντων.
Αυτό, δεν αυξάνει μόνο τον (ήδη υψηλό) βαθμό συγκέντρωσης του τραπεζικού κλάδου στην Ελλάδα.
Κάνει το σύστημα πιο πολύπλοκο, συνεπώς πιο δύσκολο να εποπτευθεί και να ελεγχθεί.
Αυξάνει τον συστημικό κίνδυνο, αφού αυξάνονται κατακόρυφα οι δημοσιονομικές, κοινωνικές και αναπτυξιακές συνέπειες, από μια πιθανή δυσλειτουργία ή μια κρίση φερεγγυότητας ενός μεγάλου τραπεζικού ομίλου.
Για μια σταθερή και αξιόπιστη λύση για το τραπεζικό μας σύστημα, δεν αρκεί η ανακεφαλαιοποίηση, ούτε οι διατεταγμένες, άνωθεν προωθούμενες εξαγορές και συγχωνεύσεις.
Απαιτείται μια πλήρης τραπεζική αναπλαισίωση και μεταρρύθμιση. Σ’ αυτό το πλαίσιο, βασικές προτάσεις της ΟΤΟΕ είναι:
– Για την πληρέστερη εποπτεία του χρηματοπιστωτικού συστήματος, η Τράπεζα της Ελλάδος να συνεργάζεται με ειδική επιτροπή του Υπουργείου Οικονομιών, καθώς και με τη Διαρκή Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής.
– Να διασφαλίζεται ο αυστηρός έλεγχος των χρηματιστηριακών προϊόντων υψηλής πολυπλοκότητας και των παραγώγων.
– Να υπάρξει σαφής διαχωρισμός των τραπεζών σε εμπορικές και επενδυτικές, ώστε να μην μπαίνουν σε κίνδυνο οι καταθέσεις των πολιτών και η βιωσιμότητα των εμπορικών Τραπεζών από ριψοκίνδυνες δραστηριότητες.
– Μέσω της φορολόγησης των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών – ή με άλλο πρόσφορο τρόπο – να δημιουργηθεί ειδικό εγγυητικό κεφάλαιο από όλες τις τράπεζες, το οποίο θα έχει τη δυνατότητα διάσωσης τραπεζών, εγγύησης των καταθέσεων από τις ίδιες κ.λπ.
– Να διασφαλιστεί ο αναγκαίος εντατικός έλεγχος και η εποπτεία των υποχρεώσεων (liabilities) και των απαιτήσεων (assets) των επιμέρους θυγατρικών/ιδρυμάτων/ομίλων. Από αυτά, η Κεντρική Τράπεζα και η Κυβέρνηση να προστατεύουν μόνο όσα έχουν υποχρεώσεις καταθέσεων.
– Να απαγορεύεται η χρησιμοποίηση των καταθέσεων των πελατών για κερδοσκοπικές δραστηριότητες ή χρηματοοικονομικά προϊόντα υψηλής πολυπλοκότητας και ρίσκου.
5. Να ληφθούν εγκαίρως και ολοκληρωμένα υπόψη οι εργασιακές – κοινωνικές διαστάσεις της συγκεντροποίησης του Τραπεζικού Συστήματος.
Είτε ως επιθετική, όπως συνέβαινε στην ανάπτυξη είτε – πόσο μάλλον – ως αναγκαστική/αμυντική λύση, οι εξαγορές και οι συγχωνεύσεις (Ε & Σ) μεταξύ εγχώριων ανταγωνιστών, έχουν σημαντικότατες εργασιακές και κοινωνικές διαστάσεις.
Μέχρι σήμερα διεθνής εμπειρία έχει δείξει πως οι συγχωνεύσεις σπανίως πετυχαίνουν, εάν υλοποιούνται με τον εργασιακό – κοινωνικό παράγοντα στη γωνία.
Η ΟΤΟΕ πιστεύει ότι οι επικείμενες τραπεζικές αναδιαρθρώσεις θα πρέπει να λαμβάνουν εγκαίρως υπόψη και την «κοινωνική – εργασιακή συνιστώσα».
Να ελαχιστοποιούν, με άλλα λόγια, τις εργασιακές συνέπειες, αντί να επιζητούν «θεαματικές περικοπές» απασχόλησης και μισθών, προκειμένου να εκπέμψουν «μήνυμα συμμόρφωσης» στις αγορές.
Σήμερα, τα κύρια προβλήματα των Τραπεζών είναι προβλήματα φερεγγυότητας, κεφαλαιακής επάρκειας, επισφαλειών και ρευστότητας, σε μια οικονομία που λειτουργεί με μηχανική υποστήριξη.
Δεν συνδέονται με τη μισθοδοσία του προσωπικού, που είναι «σταγόνα στον ωκεανό» των αναγκών των Τραπεζών.
Όπως προκύπτει από διεθνείς συγκρίσεις με χώρες της Ευρωζώνης, οι μισθοί των Τραπεζοϋπαλλήλων στην Ελλάδα, σε σχέση με το κόστος διαβίωσης, τον χρόνο εργασίας και την παραγωγικότητά τους, μόνο υπερβολικοί δεν είναι, συγκρινόμενοι με την υπόλοιπη κοινωνία.
6. Ουσιαστική εφαρμογή των αρχών της εταιρικής διακυβέρνησης και της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης στον κλάδο.
Η ΟΤΟΕ πιστεύει ότι είναι καιρός οι τράπεζες να αποδεχθούν τον κλαδικό κοινωνικό διάλογο όχι μόνο για τα μεγάλα ζητήματα της απασχόλησης, της κλαδικής αναδιάρθρωσης και της υπέρβασης της κρίσης, αλλά και για ζητήματα που είναι κομβικά για την ποιότητα των σχέσεων με την πελατεία – κοινωνία. και των εργασιακών μας σχέσεων.
Στο πλαίσιο αυτό, υπάρχουν ήδη καλές πρακτικές και συμφωνίες, που ισχύουν σε άλλες χώρες της Ευρώπης (λ.χ. Ιταλία).






































