Η Ευρώπη ξύπνησε με ένα αίσθημα ανακούφισης. Το ίδιο είχε συμβεί και το 2008, όμως για πολύ διαφορετικούς λόγους. Τότε υπήρχε η ανάγκη να επουλωθούν οι ανοιχτές πληγές που προκάλεσε η καταστροφική και διχαστική πολιτική των γερακιών, να αποκατασταθούν οι γέφυρες επικοινωνίας και να ξεκινήσει μια νέα εποχή γόνιμης συνεργασίας.
Σήμερα, είναι η επίσης ζωτικής σημασίας ανάγκη να έχουμε έναν πλανητάρχη με μια στρατηγική ειρήνης και συνεργασίας για το πλανήτη και ένα αναπτυξιακό όραμα για την οικονομία, όχι μόνο για τις ΗΠΑ, αλλά για τη παγκόσμια οικονομία συνολικά, και άρα για τα διεθνή όργανα που η Ουάσιγκτον επηρεάζει, όπως το ΔΝΤ και η Παγκόσμια Τράπεζα.
Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και το Βερολίνο που είχε μάλλον δεχτεί με νευρικότητα τις εκάστοτε πιέσεις του Μπάρακ Ομπάμα προς την Άνγκελα Μέρκελ, εμφανίστηκε ικανοποιημένο με το αποτέλεσμα, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι η εναλλακτική λύση της εσωστρεφούς πολιτικής των συντηρητικών μπορεί να έβαζε όλη την Ευρώπη σε περιπέτειες. Την ίδια, βεβαίως, ικανοποίηση εξέφρασαν και οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, αλλά και τα υπόλοιπα ισχυρά κέντρα του πλανήτη, από τη Μόσχα έως το Πεκίνο.
Στην ίδια την Αμερική, τα αισθήματα βεβαίως ήταν πολύ πιο μεικτά, αναλόγως με την ιδεολογική ταυτότητα του καθενός. Όμως, αυτό στο οποίο συμφωνούν όλοι είναι ότι η καθαρή νίκη του Αμερικανού προέδρου, που ήταν ούτως ή άλλως το κυριότερο ζητούμενο της χθεσινής κάλπης, μπορεί ευκολότερα να επουλώσει τις πληγές που δημιούργησε η σκληρότατη και άκρως διχαστική προεκλογική κούρσα. Και το μήνυμα του Μπάρακ Ομπάμα στη νικηφόρα ομιλία του επικεντρώθηκε ακριβώς σε αυτό, στα στοιχεία που κρατούν το αμερικανικό έθνος ενωμένο και ισχυρό, παρά τις τεράστιες διαφορές στη σύνθεση του, που κινούνται πέρα από πολιτικά πρόσωπα και κόμματα, και της δικής του πρόθεσης να είναι πρόεδρος όλων των Αμερικανών.
Βεβαίως, μιλούσε εκ του ασφαλούς, έχοντας διασφαλίσει το διπλό στόχο μιας άνετης πλειοψηφίας στην εκλεκτορική ψήφο και μιας καθαρής πλειοψηφίας στη λαϊκή ψήφο, που δεν άφησε κανένα περιθώριο γκρίνιας στο αντίπαλο στρατόπεδο. Σίγουρα, η τωρινή του νίκη δεν έχει το εύρος του 2008, όμως και πάλι το σύνολο των αναλυτών θεώρησε ότι οι απώλειες του θα μπορούσαν να ήταν πολύ περισσότερες, και να του είχαν κοστίσει τη νίκη, αν αναλογιστούμε την δύσκολη κατάσταση της οικονομίας και δη, την υψηλή ανεργία, που παρά την ελαφρά υποχώρηση της κάτω από το ψυχολογικό όριο του 8%, παραμένει σε επίπεδα, που η πολιτική ιστορία θεωρεί απαγορευτικά για την επανεκλογή ενός προέδρου. Ο μόνος που το είχε καταφέρει στο παρελθόν ήταν ο Ρόνταλντ Ρήγκαν, και ο δεύτερος τώρα, ο Μπάρακ Ομπάμα, αμφότεροι επειδή μπορούσαν να ισχυριστούν ότι είχαν να επιδείξουν κάποια βελτίωση, και καθοδική τάση, στα νούμερα.
Αν και η τελική καταμέτρηση δεν έχει ολοκληρωθεί, με την Φλόριντα να είναι η μόνη πολιτεία που δεν έχει χρωματιστεί ακόμη στον εκλογικό χάρτη, τα μέχρι τώρα στοιχεία δείχνουν τον Ομπάμα να διατηρεί ένα ασφαλές προβάδισμα περίπου ενός εκατομμυρίου ψήφων σε εθνικό επίπεδο. Πρόκειται για ένα νούμερο μικρότερο από το 2008, όμως και πάλι μια καθαρή διαφορά.
Αναλόγως σε εκλεκτορικό επίπεδο η διαφορά βρίσκεται στο 303-206 (με τη πλειοψηφία να ορίζεται στις 270). Και ο εκλεκτορικός χάρτης φανερώνει ότι σε σχέση με τις προηγούμενες εκλογές, με μια οικονομία αδύναμη και μια κοινή γνώμη εμφανώς δυσαρεστημένη, ο Ομπάμα έχασε μόνο τους εκλέκτορες των πολιτειών της Ιντιάνα και της Βορείου Καρολίνας, δύο πολιτείες που ούτως ή άλλως θεωρούνται παραδοσιακά συντηρητικά κέντρα, και τις οποίες το 2008 είχε κερδίσει με πολύ μικρή διαφορά. Οι δύο αυτές πολιτείες ενδέχεται να γίνουν τρεις, αν τελικά η Φλόριντα βαφτεί κόκκινη. Αν και οι εκτιμήσεις θέλουν και τη Φλόριντα να βάφεται τελικά μπλε, κυρίως χάρη στην ισχυρή παρουσία των Λατίνων στη περιοχή.
Πραγματικά, οι Λατίνοι και γενικά η ψήφος των μειονοτήτων αποδείχτηκε για μια ακόμη φορά ένα από τα κλειδιά της επιτυχίας του πρώτου Αφροαμερικανού προέδρου των ΗΠΑ, επιβεβαιώνοντας τη στρατηγική σημασίας δημογραφική και εθνολογική αλλαγή που συντελείται στη χώρα. Ο Μπάρακ Ομπάμα, πέρα από τη ψήφο των Αφροαμερικανών, αύξησε ακόμη περισσότερο το ποσοστό του μεταξύ των Λατίνων, πάνω από το 70%. Ένα θέμα που θα αποτελέσει ένα από τα επιμέρους ζητήματα συζήτησης των επόμενων ημερών, με τους αναλυτές να μιλούν ήδη για την ανάγκη των Ρεπουμπλικάνων να βρουν λύση σε ένα οξύ πολιτικό πρόβλημα με μακροπρόθεσμες συνέπειες για το πολιτικό σκηνικό. Και αυτό με δεδομένη την συνεχή αύξηση του ποσοστού των ισπανόφωνων επί του συνολικού πληθυσμού της χώρας.
Στον αντίποδα ο Μιτ Ρόμνεϊ κατόρθωσε να κερδίσει με διευρυμένη πλειοψηφία δύο τρίτων τη λευκή ψήφο. Το 2008, το όραμα της αλλαγής είχε προσελκύσει προς τον Μπάρακ Ομπάμα ένα μεγάλο μέρος και του λευκού πληθυσμού, όμως αυτή τη φορά το ποσοστό του συρρικνώθηκε αρκετά, δημιουργώντας μια ανισομέρεια που πολιτικά και κοινωνικά δεν αποτελεί τη καλύτερη αρχή για ένα νέο πρόεδρο και τη πρόθεση του να επαναφέρει ένα κλίμα ενότητας στο έθνος. Αν και βεβαίως, οι αναλυτές δεν βλέπουν στη μεταστροφή αυτή ρατσιστικά αίτια (άλλωστε πολλοί λευκοί ψήφισαν Ομπάμα το 2008), αλλά καθαρά οικονομικά, και ταξικά, με το ακανθώδες ζήτημα της υγειονομικής μεταρρύθμισης να αποτελεί μία βασική πηγή δυσφορίας.
Σε επίπεδο γενιών, ο Μπάρακ Ομπάμα διατήρησε με μεγάλη διαφορά το προβάδισμα του μεταξύ των ψηφοφόρων της νεότερης γενιάς. Βεβαίως, ο Μιτ Ρόμνεϊ κέρδισε τη πλειοψηφία των πιο ηλικιωμένων ψηφοφόρων, όμως με πολύ μικρότερο προβάδισμα (λίγο πάνω από το 50%), που σημαίνει ότι ο Αμερικανός πρόεδρος κατόρθωσε να του «κλέψει» αρκετές ψήφους, ώστε να διασφαλίσει την επανεκλογή του. Και βέβαια, κατόρθωσε τελικά να κερδίσει τη ψήφο των γυναικών, που για πολλούς αναλυτές ήταν ο αστάθμητος παράγοντας που μπορεί να άλλαζε τα πάντα στο τελικό αποτέλεσμα. Δεν είναι τυχαίο ότι τη τελευταία εβδομάδα, αμφότερα τα κόμματα κατέκλυσαν, ειδικά τις αμφίρροπες πολιτείες, με στοχευμένα διαφημιστικά μηνύματα που απευθύνονταν στις γυναίκες ψηφοφόρους.
Οι γυναίκες δεν αποτελούν μόνο τη πλειοψηφία του εκλογικού σώματος (περίπου το 53%), αλλά θεωρούνται και πιο τακτικοί ψηφοφόροι, ενώ βέβαια έχουν δική τους πολιτική άποψη για τα κόμματα και τους υποψηφίους. Το 2008 οι γυναίκες που ψήφισαν ήταν δέκα εκατομμύρια(!) παραπάνω από τους άντρες. Και η ιστορία έχει δείξει ότι ουδείς Δημοκρατικός υποψήφιος έχει κερδίσει τη προεδρία χωρίς να έχει πάει καλά στις γυναίκες. Ο Μπιλ Κλίντον τις …κατέκτησε με διαφορά 16 μονάδων, ο Ομπάμα, το 2008, με 13 μονάδες, και αυτή τη φορά με μια μικρότερη, αλλά σταθερή, διαφορά ύψους 10 μονάδων.
Αν συνοψίσουμε τα παραπάνω στοιχεία, σε επίπεδο εθνοτήτων, ηλικιών και φύλου, δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε γιατί ο Μπάρακ Ομπάμα κατόρθωσε τελικά να πετύχει μια ανετότερη νίκη από αυτή που προμήνυαν τις προηγούμενες ημέρες οι δημοσκοπήσεις. Ωστόσο, τα προβλήματα που τον περιμένουν είναι τα ίδια, όπως και η ανάγκη να κυβερνήσει με ένα αντιπολιτευόμενο Κογκρέσο.
Αν και η καταμέτρηση σε πολιτειακό επίπεδο δεν έχει ολοκληρωθεί, οι ισορροπίες στο λόφο του Καπιτωλίου φαίνεται να παραμένουν σχετικά οι ίδιες με τους Ρεπουμπλικάνους να διατηρούν τη πλειοψηφία στη Βουλή, και τους Δημοκρατικούς να κρατούν οριακά τη πλειοψηφία στη Γερουσία. Ωστόσο, η δύναμη των συντηρητικών στη Βουλή έχει συρρικνωθεί αισθητά, αντανακλώντας τη δυσαρέσκεια της κοινής γνώμης για την επιθετική αν όχι εχθρική στάση που ακολούθησε το κόμμα έναντι της κυβέρνησης, δυσκολεύοντας επανειλημμένως το έργο της. Θα έχει λοιπόν ενδιαφέρον να δούμε αν οι συντηρητικοί θα παραμείνουν εγκλωβισμένοι στην ίδια πολιτική, αδυνατώντας να ξεπεράσουν τη πίκρα τους, ή θα μπορέσουν να ακολουθήσουν μια περισσότερο γόνιμη πολιτική, όπου η συνεργασία με το Λευκό Οίκο δεν θα είναι απαγορευμένος καρπός.






































