Δεν μπήκε στον κόπο να μας εξηγήσει ποιοι ακριβώς είναι οι περίφημοι «εθνικοί λόγοι» στους οποίους αναφέρθηκε η Άννα Διαμαντοπούλου. Ίσως, βέβαια, να πρόκειται για κάτι εξαιρετικά σοβαρό. Να περάσει ας πούμε επιτέλους η Ελλάδα την Τσεχία στην κατάταξη της UEFA και να βγάζουμε περισσότερες ομάδες στο Champions League.
Το μόνο απολύτως σαφές, πάντως, είναι ότι πίσω από τη θολή επίκληση της «εθνικής ευθύνης» διακρίνεται ένα γνώριμο πολιτικό μοτίβο. Ένα βολικό άλλοθι, αρκετά γενικό ώστε να χωράει τα πάντα και αρκετά αόριστο ώστε να μη δεσμεύει σε τίποτα — εκτός από ένα. Να ανοίξει ο δρόμος για να συναντηθεί, για ακόμη μία φορά, το ΠΑΣΟΚ του Νίκου Ανδρουλάκη με τη Νέα Δημοκρατία, στο όνομα της «σταθερότητας».
Όποιοι κι αν είναι τελικά αυτοί οι «εθνικοί λόγοι», ένα πράγμα μοιάζει ξεκάθαρο: δεν αφορούν την κοινωνία, αλλά τη διευκόλυνση πολιτικών συγκολλήσεων που κανείς δεν τολμά να ομολογήσει προεκλογικά.
Με διατυπώσεις προσεκτικά επιλεγμένες, αλλά με σαφές πολιτικό αποτύπωμα, η Άννα Διαμαντοπούλου έστειλε μήνυμα ότι το ενδεχόμενο κυβερνητικής συνεργασίας μετά τις εκλογές δεν μπορεί να αποκλειστεί, εφόσον —όπως ανέφερε— προκύψουν «εθνικοί λόγοι». Αν και ξεκαθάρισε ότι δεν τίθεται θέμα προεκλογικής συμφωνίας, η στάση της για τη βραδιά των εκλογών αποτυπώνει μια μετατόπιση προς τη λογική των «αναγκαίων λύσεων», μια προσέγγιση που διαχρονικά έχει οδηγήσει σε πολιτικές συνεννοήσεις εκ των υστέρων.
Η πρώην υπουργός σημείωσε ότι κανείς δεν μπορεί εκ των προτέρων να προβλέψει τους τελικούς συσχετισμούς δυνάμεων, ούτε τη στάση των πολιτικών αρχηγών την επόμενη ημέρα της κάλπης. Με τον τρόπο αυτό άφησε να εννοηθεί πως οι αποφάσεις θα διαμορφωθούν με βάση τα δεδομένα που θα προκύψουν και όχι μέσα από δεσμεύσεις πριν από τις εκλογές. Η επίκληση αυτής της «ανοιχτής εικόνας» αποτελεί μια γνώριμη πολιτική φόρμουλα, που συχνά χρησιμοποιείται για να δικαιολογήσει επιλογές οι οποίες αποφεύγονται δημόσια στην προεκλογική περίοδο.
Παράλληλα, υποστήριξε ότι το ΠΑΣΟΚ θα κινηθεί με γνώμονα —όπως είπε— το συμφέρον της χώρας και της κοινωνίας, επικαλούμενη την ιστορική διαδρομή του κόμματος. Η αναφορά αυτή, ωστόσο, ξυπνά μνήμες προηγούμενων συμμετοχών σε κυβερνήσεις συνεργασίας, επιλογών που άφησαν βαθύ πολιτικό αποτύπωμα και εξακολουθούν να προκαλούν εσωκομματικές αντιδράσεις. Η έννοια της «εθνικής ευθύνης» επανέρχεται έτσι ως βασικό επιχείρημα, καλύπτοντας πιθανές συγκλίσεις με τη Δεξιά.
Οι τοποθετήσεις της ενισχύουν τα ερωτήματα γύρω από τη διπλή γραμμή που φαίνεται να συνυπάρχει στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ: από τη μία η διακηρυγμένη αυτόνομη πορεία και από την άλλη η διαρκής διαθεσιμότητα για μετεκλογικές λύσεις «ανάγκης». Σε μια περίοδο κοινωνικής δυσπιστίας απέναντι στο πολιτικό σύστημα, τέτοια σήματα δύσκολα εκλαμβάνονται ως θεωρητικά σενάρια.
Χωρίς να κατονομάζει πιθανούς συνομιλητές, η Άννα Διαμαντοπούλου άφησε ανοιχτό ένα πολιτικό ενδεχόμενο που, once ανοίξει, δύσκολα ανακαλείται. Και σε μια συγκυρία όπου η κοινωνία απαιτεί καθαρές κουβέντες και όχι ερμηνευτικά περιθώρια, αυτή η ασάφεια ενδέχεται να αποδειχθεί βαρύτερη απ’ όσο υπολογίζεται.





































