Στην εβδομάδα που πέρασε ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Μάριο Ντράγκι και η καγκελάριος της Γερμανίας Άγκελα Μέρκελ έκαναν παρεμφερείς δηλώσεις. Ο Ντάγκι είπε ότι ορισμένες χώρες έχουν ήδη χάσει την εθνική τους κυριαρχία και δεν το έχουν καταλάβει και η Μέρκελ είπε ότι μια χώρα με χρέος στο 80 ή 90% του ΑΕΠ της δεν έχει εθνική ανεξαρτησία.
Με τη δήλωσή της η Μέρκελ υπερασπιζόταν την πολιτική της και εν μέρει απευθύνονταν και στο εσωτερικό της χώρας της. Ο Ντράγκι εξέφραζε μια εκτίμηση. Κανείς από τους δύο δεν αναφέρθηκε στην Ελλάδα. Το μυαλό όμως όσων διάβασαν τις δηλώσεις αυτές πήγε στην Ελλάδα. Και όχι άδικα μάλλον.
Το παράθυρο χρόνου που είχαν προσφέρει οι Αμερικανικές εκλογές σιγά σιγά κλείνει. Μετά την 6η Νοεμβρίου, οι ελπίδες της ελληνικής περίπτωσης περιορίζονται πλέον στην Κινεζική πίεση για διατήρηση της Ευρωζώνης και στην ενδεχόμενη διάθεση των Ευρωπαίων να εντάξουν και την Ελλάδα στο πακέτο που θα προωθήσουν για την Ισπανία.
Μια άλλη εκτίμηση που έχει ενδιαφέρον προέρχεται από το Γερμανικό περιοδικό Spiegel και αναφέρει ότι ενδεχόμενη παράταση χρόνου στο πρόγραμμα της Ελλάδας θα ωφελούσε τους μόνους που δεν την αξίζουν: τους πολιτικούς αυτής της χώρας. Ωστόσο είναι διαπιστωμένο ότι οι πολιτικοί μας επιβιώνουν χωρίς καν να χρειάζονται τη δική μας εκτίμηση, πόσο μάλλον του Spiegel.
Στο μεταξύ στην περίπτωση χώρας που λέγεται Ελλάδα, έχουμε «ραγδαίες πολιτικές εξελίξεις», «τριγμούς στην κυβέρνηση συνεργασίας», «ανεξαρτητοποιήσεις κομματικών στελεχών που δοκιμάζουν την κυβερνητική συνοχή», «κολασμένες εβδομάδες», «κρίσιμες ψηφοφορίες», «τελικές ημερομηνίες», «το θρίλερ της επόμενης δόσης» και όλα αυτά τα θεαματικά.
Αλλά, βέβαια, όταν ο ρόλος σου περιορίζεται στην εκτέλεση εντολών και έχεις απαλλαγεί από το …άγχος της εθνικής κυριαρχίας, η διαμάχη για τον αν έκλεισε ή όχι η «διαπραγμάτευση», εάν διασώθηκε το επίδομα γάμου και αν υπάρχει διεθνής συνομωσία για την καταστροφή του ΠΑΣΟΚ αποτελούν εξαιρετικά αντικείμενα ενασχόλησης.






































