Το μόνο που ζητούσε ο Μπάρακ Ομπάμα ήταν μια δεύτερη ευκαιρία. Και το εκλογικό σώμα, αν και βαθύτατα διχασμένο και απογοητευμένο, συμφώνησε, επιλέγοντας το «διάβολο που γνωρίζει» (κατά τη δημοφιλή αμερικανική ρήση) και τη σταθερότητα της συνέχειας.
Βεβαίως, αυτό παραδοσιακά είναι και το μεγάλο πλεονέκτημα των Αμερικανών προέδρων κατά την απόπειρα επανεκλογή τους, και γι’ αυτό οι πρόεδροι της μιας θητείας είναι ελάχιστοι –τα τελευταία πενήντα χρόνια, μόλις δύο, ο Τζίμυ Κάρτερ για τους Δημοκρατικούς και ο πατέρας Τζορτζ Μπους για τους Ρεπουμπλικάνους). Όμως, φέτος οι Ρεπουμπλικάνοι δεν ήταν απλά αποφασισμένοι, αλλά πεπεισμένοι ότι θα στείλουν πρόωρα τον Μπάρακ Ομπάμα …στο σπίτι του. Πεποίθηση που πήγαζε από το γεγονός ότι ουδείς πολιτικός έχει καταφέρει να εκλεγεί ή να επανεκλεγεί στην αμερικανική προεδρία με την οικονομία σε τέτοια …χάλια, και την ανεργία σχεδόν στο 8%.
Όμως, ο Μπάρακ Ομπάμα κατάφερε να γράψει τη δική του παράδοση, και μια νέα σελίδα στην αμερικανική ιστορία, αφήνοντας τον αντίπαλο του, το Ρεπουμπλικανικό κόμμα και τους συντηρητικούς αναλυτές να αναλώνονται σε συζητήσεις επί συζητήσεων για το τι μπορεί να πήγε λάθος.
Οι υπερσυντηρητικοί βιάστηκαν να υποστηρίξουν ότι ο Μιτ Ρόμνεϊ ήταν υπερβολικά μετριοπαθής, και οι μετριοπαθείς ότι οι υπερσυντηρητικοί «έθαψαν» το κόμμα με τις εμμονές τους και τις σκληροπυρηνικές τους κορώνες που αποξένωσαν τους ανεξάρτητους και κεντρώους ψηφοφόρους. Και πολλοί αναλυτές εντόπισαν τρωτά σημεία στην εμμονή του Ρόμνεϊ να καταστήσει το ζήτημα της οικονομίας ως το μοναδικό του σύνθημα, στην προσωπική του αποτυχία να φανεί συμπαθής και προσιτός στο μέσο Αμερικανό ή και στην αδυναμία του κόμματος να προσεγγίσει τους Λατίνους.
Όμως, στην πραγματικότητα το πρόβλημα για το κόμμα δεν εντοπίζεται σε ένα και μόνο θέμα, μόνο στα πρόσωπα, μόνο στην ιδεολογική του πλατφόρμα ή την αδυναμία του να προσαρμοστεί στα σημεία των καιρών και τη δημογραφική αλλαγή που συντελείται στη χώρα. Άλλωστε, προσμετρώντας και την αμφιλεγόμενη νίκη του Τζορτζ Μπους τζούνιορ το 2000, με την εκλεκτορική ψήφο και όχι τη λαϊκή ψήφο, για το Ρεπουμπλικανικό κόμμα είναι η πέμπτη φορά σε έξι προεδρικές αναμετρήσεις που χάνει τη λαϊκή ψήφο. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορεί να είναι στραβός ο γιαλός, αλλά ότι το ίδιο το κόμμα αρμενίζει στραβά.
Βεβαίως, αυτό δεν το κάνει απαραιτήτως λιγότερο επικίνδυνο για τον Μπάρακ Ομπάμα. Ο Αμερικανός πρόεδρος μπορεί να περάσει λίγες ημέρες ξεκούρασης, για να αναπαυτεί από τον εξουθενωτικό ρυθμό της προεκλογικής εκστρατείας, και να γιορτάσει την απρόσμενα καθαρή νίκη του. Όμως, γνωρίζει ότι δεν έχει περίοδο χάριτος, όπως γνωρίζει την πραγματικότητα που τον περιμένει στην Ουάσιγκτον, με τους Ρεπουμπλικάνους να έχουν διατηρήσει, έστω και μειωμένη, την πλειοψηφία στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Και οι προκλήσεις που έχει να αντιμετωπίσει είναι άμεσες όσο και πιεστικές, από τα διεθνή ζητήματα που τρέχουν με αμείωτο ρυθμό, έως βέβαια τα εσωτερικά οικονομικά θέματα.
Μάλιστα, η πρώτη μεγάλη κόντρα του με το Κογκρέσο θα ξεκινήσει γρήγορα, με αφορμή το περίφημο «δημοσιονομικός γκρεμό» με την αυτόματη ενεργοποίηση από τη 1η Ιανουαρίου αυξήσεων φόρων και περικοπών των δαπανών που τα δημοσιονομικά γεράκια θεωρούν απαραίτητα για την μείωση των ελλειμμάτων, αλλά που οι αναλυτές φοβούνται ότι θα βυθίσουν και πάλι την οικονομία σε ύφεση.
Οι μέχρι τώρα απόπειρες συμβιβασμού έχουν πέσει στο κενό, και καμία πλευρά δεν είναι βέβαιη πως θα κινηθεί η άλλη μετά το αποτέλεσμα της Τρίτης. Τα χαμηλά ποσοστά δημοτικότητας του Κογκρέσου, και το έδαφος που έχασε το συντηρητικό κόμμα στις εκλογές, θα κάνουν την κοινοβουλευτική ηγεσία πιο διαλλακτική ή ακόμη πιο εχθρική και επιθετική έναντι του Ομπάμα; Και ο Αμερικανός πρόεδρος με ανανεωμένες δυνάμεις και ανανεωμένη την αυτοπεποίθηση του, θα είναι, άραγε, λιγότερο πρόθυμος να κάνει πίσω έναντι των απαιτήσεων των συντηρητικών; Και τι θα σημάνει αυτό για τη χώρα και την οικονομία; Δεν είναι τυχαίο ότι η Wall Street κατρακύλησε χθες στο δικό της …γκρεμό!
Βεβαίως, εδώ στην Ευρώπη, πόσο μάλλον στην Ελλάδα, επιλέξαμε να επικεντρωθούμε στα ελπιδοφόρα σημεία της επανεκλογής Ομπάμα, την συνέχιση της εξωτερικής πολιτικής της συναίνεσης και του διαλόγου, και την διατήρηση της αναπτυξιακής του πολιτικής στο οικονομικό πεδίο –μαζί με τη χαλαρή νομισματική πολιτική της Federal Reserve, του Μπερν Μπερνάνκε, που ο Ρόμνεϊ είχε δηλώσει ότι θα καρατομήσει- και της πρόθεσης του να συνεχίσει να πιέζει για την εξεύρεση λύσεων για την ευρωπαϊκή κρίση. Όμως, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι παρά την ιδεολογική του ταυτότητα, ο Μπάρακ Ομπάμα είναι πρόεδρος της Αμερικής, και νοιάζεται για όσα συμβαίνουν στη γειτονιά μας μόνο στο βαθμό που επηρεάζουν τη δική του αγορά και τα δικά του συμφέροντα. Και πλέον, καλώς ή καλώς, ο κ.Ομπάμα δεν έχει να ανησυχεί για τίποτε άλλο, πέρα από την υστεροφημία του.
Από εκεί και πέρα, το να περιμένουμε βοήθεια και στήριξη από τον Αμερικανό πρόεδρο είναι και θεμιτό και πιθανό, όμως ουσιαστικά αποτελεί ένα ακόμη στοιχείο επιβεβαίωσης της κατάντιας της ενωμένης Ευρώπης, που είναι το σπίτι μας, η οικογένειας μας, άρα αυτή που θα έπρεπε να μας στηρίξει και να μας προστατέψει αντί να μας τιμωρεί χωρίς όρια και λογική!






































