Με δεδομένο ότι ο Ιάπωνας πρωθυπουργός είχε δεσμευτεί από το καλοκαίρι στη προκήρυξη πρόωρων εκλογών μέχρι τα τέλη της χρονιάς, η ανακοίνωση της δέσμευσης της ιαπωνικής βουλής δεν προκάλεσε μεγάλη έκπληξη.
Άλλωστε, η αξιωματική αντιπολίτευση τον πίεζε ασφυκτικά εδώ και καιρό να υλοποιήσει τη δημόσια δέσμευση του, στα πλαίσια της μεταξύ τους συμφωνίας, με την οποία το Φιλελεύθερο Δημοκρατικό κόμμα είχε στηρίξει το νομοσχέδιο με τις φορολογικές προτάσεις της κυβέρνησης. Όμως, σε κάθε περίπτωση η είδηση της πολιτικής αστάθειας στη τρίτη ισχυρότερη οικονομία του πλανήτη δεν είναι ευχάριστη, καθώς οι δημοσκοπήσεις δείχνουν το εκλογικό σώμα αρκετά μπερδεμένο.
Ο βασικός λόγος που ο Γιοσιχίκο Νόντα, ο έκτος πρωθυπουργός της χώρας σε έξι χρόνια, καθυστερούσε την προκήρυξη εκλογών είναι διότι γνωρίζει ότι ούτως ή άλλως θα γυρίσει …σπίτι του. Μετά από μόλις τρία χρόνια εξουσίας, το Δημοκρατικό Κόμμα φαίνεται ότι απέτυχε να ικανοποιήσει το εκλογικό σώμα, τόσο στους χειρισμούς του στο οικονομικό πεδίο, όσο βεβαίως και με τα τραγικά γεγονότα πέρυσι στη Φουκουσίμα και τη στάση του στο ακανθώδες ζήτημα της συνέχισης της χρήσης της πυρηνικής ενέργειας.
Έτσι, άνευ απροόπτου το Φιλελεύθερο Δημοκρατικό Κόμμα, που σχεδόν μονοπώλησε την εξουσία στη μεταπολεμική Ιαπωνία επί πενήντα(!) χρόνια, θα επιστρέψει μετά από ένα …σύντομο διάλλειμα στο τιμόνι της χώρας. Όμως, η αλήθεια είναι ότι η κατάσταση δεν είναι ιδιαίτερα εύκολη για κανένα από τα παραδοσιακά κόμματα εξουσίας της χώρας.
Αν και οι δημοσκοπήσεις δείχνουν νικητή των εκλογών το LDP, υπό τον πρώην πρωθυπουργό Σίνζο Άμπε –ο οποίος έλαβε το χρίσμα στις εσωκομματικές εκλογές το περασμένο μήνα-, δείχνουν επίσης ένα κοινό έντονα απογοητευμένο. Τα ποσοστά απήχησης και των δύο μεγάλων κομμάτων είναι ιδιαιτέρως χαμηλά, και ένα μεγάλο μέρος του εκλογικού σώματος εμφανίζεται αναποφάσιστο.
Την ίδια ώρα μια σειρά από μικρότερα κόμματα φαίνεται να εκμεταλλεύονται την απογοήτευση του κοινού. Μάλιστα, στα κόμματα που προϋπήρχαν προστέθηκαν και καινούργια. Ο πρώην κυβερνήτης του Τόκιο, Σιντάρο Ισιχάρα, -ο γιος του οποίου πάλεψε με τον Άμπε για την αρχηγία του LDP- δημιούργησε νέο κόμμα, όπως και το πρώην ηγετικό στέλεχος των Δημοκρατικών, ο Ιτσίρο Οζάβα. Και αρκετό ρεύμα έχει αποκτήσει το νέο πολιτικό κίνημα του νεαρού φιλόδοξου δημάρχου της Οζάκα, Τόρου Χασιμότο, οποίος κατεβαίνει με τη δική του υπερσυντηρητική πρόταση, με σημείο αιχμής τη πρόσφατη σινο-ιαπωνική διένεξη στη θάλασσα της ανατολικής Κίνας.
Το κόμμα του Χασιμότο έχει για σήμα ένα χάρτη της Ιαπωνίας, όπου είναι σαφώς ευδιάκριτα τα διαφιλονικούμενα νησιά Σουνκάκου/Ντιαόγιου, για τα οποία δημιουργήθηκε το πολεμικό κλίμα μεταξύ Κίνας και Ιαπωνίας. Και έχει βάσιμες ελπίδες να ωφεληθεί από τη διόγκωση του εθνικιστικού αισθήματος. Επίσης, τελευταίες πληροφορίες θέλουν το 43χρονο πολιτικό να «μαγειρεύει» εκλογική συμμαχία με τον ομοϊδεάτη του Ισιχάρα, γεγονός που θα τους καταστήσει ακόμη πιο επικίνδυνους.
Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι οι πολιτικοί αναλυτές φοβούνται ότι η επικείμενη εκλογική αναμέτρηση –πιθανότατα στις 16 Δεκεμβρίου- θα βγάλει μια κυβέρνηση συνασπισμού, όπου για πρώτη φορά το βασικό κόμμα, στη προκειμένη περίπτωση το LDP, δεν θα απολαμβάνει την ισχυρή επιρροή που είχε συνηθίσει, και δεν θα μπορεί να επιβάλει τις απόψεις του εύκολα. Και βέβαια οι αγορές δεν αντιδρούν ποτέ καλά στην προοπτική μιας αδύναμης κυβέρνησης, ειδικά σε ένα κρίσιμο οικονομικά διάστημα.
Άλλωστε, τα πράγματα στην ιαπωνική οικονομία εξακολουθούν να μην είναι ρόδινα. Η κυβέρνηση υποχρεώθηκε να προχωρήσει σε νέα υποβάθμιση των προβλέψεών της για την οικονομία, για τέταρτο συνεχή μήνα, λόγω των μειωμένων εξαγωγών και της αδύναμης εσωτερικής ζήτησης φουντώνοντας το κίνδυνο να βυθιστεί η χώρα σε νέα ύφεση. Μάλιστα, η ανακοίνωση συνοδεύεται από υποβάθμιση των εκτιμήσεων σε διάφορα πεδία, τη κατανάλωση, τις επενδύσεις, τα εταιρικά κέρδη, ακόμη και την αγορά εργασίας για πρώτη φορά εδώ και 17 μήνες. Και μπορεί η συνεχιζόμενη χαλαρή νομισματική πολιτική της κεντρικής τράπεζας να κρατά ζωντανή την αγορά, όμως δεν μπορεί από μόνη της να λύσει όλα τα προβλήματα. Αντιθέτως δημιουργεί μια δύσκολη κατάσταση, που οποιαδήποτε κυβέρνηση και αν προκύψει από τις εκλογές, θα δυσκολέψει να αντιμετωπίσει.





































