Σε ένα ακόμα επεισόδιο της γνωστής τουρκικής ρητορικής για το Κυπριακό, η Τουρκία και το ψευδοκράτος της κατεχόμενης βόρειας Κύπρου επιρρίπτουν την ευθύνη για την έλλειψη προόδου στις διαπραγματεύσεις στην Κυπριακή Δημοκρατία, παρουσιάζοντας το θύμα της τουρκικής εισβολής ως υπαίτιο για την παρατεταμένη στασιμότητα. Η αλήθεια, ωστόσο, παραμένει αναντίρρητη: το 1974 δεν υπήρξε «ειρηνευτική επέμβαση» αλλά στρατιωτική εισβολή της Τουρκίας και κατοχή του 37% της Κυπριακής επικράτειας, η οποία διατηρείται μέχρι σήμερα κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου.
Η συνάντηση στη Νέα Υόρκη και το τουρκικό θέατρο εντυπώσεων
Σε συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στις 16 και 17 Ιουλίου στη Νέα Υόρκη με πρωτοβουλία του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ, Αντόνιο Γκουτέρες, παρόντες ήταν οι ηγέτες των δύο κοινοτήτων, καθώς και οι τρεις εγγυήτριες δυνάμεις (Ελλάδα, Τουρκία, Βρετανία) σε ένα νέο γύρο συζητήσεων υπό το σχήμα 5+1. Ο Γκουτέρες έκανε λόγο για «εποικοδομητικές» επαφές και προανήγγειλε νέα τριμερή συνάντηση τον Σεπτέμβριο και νέο 5+1 μέχρι το τέλος του έτους.
Παρά τα φαινόμενα, η τουρκική πλευρά έσπευσε για άλλη μια φορά να εργαλειοποιήσει τη διαδικασία, απαιτώντας από την αρχή την αναγνώριση «κυριαρχικής ισότητας» και «ισότιμου διεθνούς καθεστώτος» για το ψευδοκράτος, το οποίο ούτε ο ΟΗΕ, ούτε καμία άλλη χώρα πέραν της Τουρκίας αναγνωρίζει.
Το γνωστό αφήγημα περί «δύο λαών» και το blame game
Ο Ερσίν Τατάρ, ηγέτης του κατοχικού καθεστώτος, δεν έχασε την ευκαιρία να επαναλάβει το πάγιο αίτημα για λύση δύο κρατών, απαιτώντας de facto αναγνώριση της «ΤΔΒΚ». Μάλιστα, με κυνισμό επιρρίπτει ευθύνες στην Κυπριακή Δημοκρατία επειδή κατά τον ίδιο δεν προχωρούν νέα σημεία διέλευσης ή δεν ολοκληρώνεται η αποναρκοθέτηση, αποκρύπτοντας ότι το βασικό εμπόδιο για κάθε ουσιαστική πρόοδο είναι η ίδια η στρατιωτική παρουσία και κατοχή.
Ακόμα πιο προκλητική η στάση του τουρκικού ΥΠΕΞ, το οποίο μέσω του εκπροσώπου του επιμένει ότι η ελληνοκυπριακή πλευρά «αρνείται τη συνεργασία» σε κοινές πρωτοβουλίες, παρουσιάζοντας μάλιστα την Τουρκία ως… δύναμη συνεννόησης. Η Άγκυρα δείχνει να ξεχνά ότι είναι η ίδια που διατηρεί 35.000 στρατιώτες στην κατεχόμενη Κύπρο, ενισχύει με όπλα και χρήμα το ψευδοκράτος και μπλοκάρει συστηματικά κάθε προσπάθεια για επιστροφή στην ομοσπονδιακή λύση, όπως προβλέπουν τα ψηφίσματα του ΟΗΕ.
Οι «πρωτοβουλίες εμπιστοσύνης» και η τουρκική υποκρισία
Η τουρκική πλευρά πανηγυρίζει για την πρόοδο σε έξι τεχνικές πρωτοβουλίες, όπως η αποκατάσταση κοιμητηρίων και η δημιουργία επιτροπής για τη νεολαία. Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι ότι αυτές οι δράσεις, όσο θετικές κι αν είναι, δεν αγγίζουν την ουσία του Κυπριακού προβλήματος: την κατοχή, τον εποικισμό, την εθνοκάθαρση, τα αγνοούμενα πρόσωπα, τα εγκλήματα πολέμου και την παραβίαση κάθε έννοιας διεθνούς νομιμότητας.
Ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ μπορεί να μιλά για μακρύ δρόμο και την ανάγκη «να ωφεληθούν όλοι οι Κύπριοι», όμως για να υπάρξει ουσιαστική πρόοδος πρέπει πρώτα να αναγνωριστεί η μοναδική νόμιμη κυβέρνηση της Κύπρου: η Κυπριακή Δημοκρατία, μέλος του ΟΗΕ και της ΕΕ όχι η αυτοανακηρυχθείσα «ΤΔΒΚ».
Η Ελλάδα σιωπηλή, αλλά παρούσα
Η Ελλάδα, εκπροσωπούμενη από τον ΥΠΕΞ Γιώργο Γεραπετρίτη, συμμετείχε στη συνάντηση χωρίς να προβεί σε δηλώσεις. Η στάση αυτή, όσο προσεκτική κι αν είναι διπλωματικά, επιτρέπει στην Τουρκία να μονοπωλεί το αφήγημα και να εμφανίζεται ως ο «ρεαλιστής ειρηνοποιός», την ώρα που φέρει ακέραια την ευθύνη για την τραγωδία που συνεχίζεται στην Κύπρο εδώ και μισό αιώνα.
Συμπέρασμα
Πενήντα χρόνια μετά την τουρκική εισβολή του 1974, η Άγκυρα επιμένει να μιλά για «δύο κράτη» και «ίσα δικαιώματα» λες και το έγκλημα ήταν αποτέλεσμα φυσικής καταστροφής ή κάποιας «κακοφωνίας». Η μόνη ρεαλιστική λύση για την Κύπρο παραμένει η διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία χωρίς ξένα στρατεύματα, χωρίς εγγυήσεις και με πλήρη σεβασμό στο διεθνές δίκαιο.
Οτιδήποτε άλλο είναι απλώς επικοινωνιακός τακτικισμός από τον εισβολέα που παριστάνει το θύμα.





































