Τον κίνδυνο να θεωρηθούν από την Εφορία ύποπτοι για απόκρυψη εισοδημάτων και να ελεγχθούν εξονυχιστικά από τις υπηρεσίες της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, μεταξύ άλλων ακόμη και με άνοιγμα τραπεζικών λογαριασμών, αντιμετωπίζουν χιλιάδες φορολογούμενοι, κυρίως μισθωτοί με πολύ χαμηλά εισοδήματα, των οποίων οι δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος για το έτος 2024 προσυμπληρώθηκαν φέτος, υποβλήθηκαν αυτόματα και εκκαθαρίστηκαν από την ΑΑΔΕ στις 25 Απριλίου και περιλαμβάνουν ποσά καταναλωτικών και άλλων δαπανών υψηλότερα των εισοδημάτων τους.
Προκειμένου να αποφύγουν τον κίνδυνο αυτό μπορούν να υποβάλουν μέσω του ΤΑΧΙSnet -εκπρόθεσμα μεν αλλά χωρίς επιβάρυνση με πρόστιμα- τροποποιητικές δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος στις οποίες θα πρέπει να συμπεριλάβουν πρόσθετα ποσά εσόδων και ήδη φορολογηθέντων εισοδημάτων που να δικαιολογούν νόμιμα τις αρνητικές διαφορές μεταξύ προσυμπληρωμένων ποσών εισοδημάτων και δαπανών.
Στις δηλώσεις των φορολογουμένων αυτών και συγκεκριμένα στους κωδικούς 049-050 του πίνακα 7 περιλαμβάνονται προσυμπληρωμένα ποσά δαπανών για αγορές καταναλωτικών αγαθών και λήψη υπηρεσιών, τα οποία είτε υπερβαίνουν τα πενιχρά προσυμπληρωμένα ποσά εισοδημάτων είτε καλύπτουν ποσοστά άνω του 60%-70% των εν λόγω εισοδημάτων και σε συνδυασμό και με άλλα ποσά δαπανών που έχουν προσυμπληρωθεί σε άλλους κωδικούς των δηλώσεων αυτών αλλά και με τα ποσά των τεκμηρίων για σπίτια και Ι.Χ. αυτοκίνητα δίνουν και πάλι την αίσθηση ότι οι φορολογούμενοι αυτοί έχουν εμφανίσει εισοδήματα που υπολείπονται κατά πολύ των συνολικών τους δαπανών. Με δεδομένο δε ότι τέτοιες περιπτώσεις φορολογουμένων θεωρούνται από τις φοροελεγκτικές υπηρεσίες της ΑΑΔΕ ύποπτες για φοροδιαφυγή, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα όλοι αυτοί οι ανυποψίαστοι φορολογούμενοι να επιλεγούν για φορολογικό έλεγχο εντός των επομένων 2-3 ετών και -εφόσον τότε δεν καταφέρουν να δικαιολογήσουν τις διαφορές μεταξύ εισοδημάτων και δαπανών τις οποίες θα προσδιορίσουν με ακρίβεια οι ελεγκτές- θα κληθούν να καταβάλουν εκ των υστέρων υπέρογκα ποσά πρόσθετων φόρων και προστίμων.
Η επιλογή των φορολογούμενων αυτών για έλεγχο θα γίνει βάσει της διάταξης της παραγράφου 2 του άρθρου 28 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, η οποία προβλέπει ότι: «Το εισόδημα φυσικών προσώπων, ανεξαρτήτως αν προέρχεται από άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας, μπορεί να προσδιορίζεται με βάση κάθε διαθέσιμο στοιχείο ή έμμεσες μεθόδους ελέγχου σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, όταν το ποσό του δηλούμενου εισοδήματος δεν επαρκεί για την κάλυψη των προσωπικών δαπανών διαβίωσης ή σε περίπτωση που υπάρχει προσαύξηση περιουσίας η οποία δεν καλύπτεται από το δηλούμενο εισόδημα».
Στους ελέγχους αυτούς, οι αρμόδιες φορολογικές υπηρεσίες της ΑΑΔΕ προβαίνουν σε άνοιγμα τραπεζικών λογαριασμών και επαναπροσδιορισμό των φορολογητέων εισοδημάτων σε πολύ πιο υψηλά επίπεδα από αυτά που εμφανίζονται στις φορολογικές δηλώσεις, λαμβάνοντας υπόψη τα ποσά που διακινήθηκαν μέσω των τραπεζικών λογαριασμών των φορολογουμένων αλλά και τα ήδη γνωστά δεδομένα για τις πραγματικές καταναλωτικές δαπάνες των φορολογουμένων. Πιο συγκεκριμένα εφαρμόζουν τις περίφημες «έμμεσες τεχνικές ελέγχου» τις οποίες προβλέπει το άρθρο 32 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 5104/2024) και προσδιορίζουν το ύψος του φορολογητέου εισοδήματος με βάση το ύψος των τραπεζικών καταθέσεων και των δαπανών του.
Προκειμένου να αποτρέψουν τον κίνδυνο να κληθούν εκ των υστέρων έπειτα από 2-3 χρόνια για έλεγχο και να μην έχουν τότε τη δυνατότητα να δικαιολογήσουν τις διαφορές εισοδήματος που υπάρχει πιθανότητα να προσδιορίσουν οι ελεγκτές της Εφορίας, οι εν λόγω φορολογούμενοι θα πρέπει ήδη από τώρα, με τη βοήθεια των λογιστών τους, να μεριμνήσουν και να αναζητήσουν όλα τα στοιχεία τα οποία αποδεικνύουν ότι οι πολύ υψηλές δαπάνες που εμφανίζονται να έχουν πραγματοποιηθεί το 2024, στις φετινές δηλώσεις τους, καλύφθηκαν είτε από δάνεια και πιστωτικές κάρτες τραπεζών, είτε από δωρεές στενών συγγενικών τους προσώπων και φίλων τους, είτε από πωλήσεις περιουσιακων τους στοιχείων (ακινήτων, αυτοκινήτων κ.λπ.), είτε με αποταμιεύσεις από εισοδήματα παλαιότερων ετών («ανάλωση κεφαλαίου»).
Στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει να προχωρήσουν στην υποβολή τροποποιητικών δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος για το έτος 2023 συμπληρώνοντας τα σχετικά ποσά στους κωδικούς 781-782 και 787-788 του πίνακα 6 του εντύπου Ε1. Με τον τρόπο αυτό θα μπορούν από τώρα να καλύψουν τις φαινομενικά αδικαιολόγητες διαφορές μεταξύ χαμηλών εισοδημάτων και υψηλών καταναλωτικών και άλλων δαπανών που προκύπτουν από τις προσυμπληρωμένες και αυτόματα υποβληθείσες φορολογικές δηλώσεις τους. Και εφόσον αυτές οι τροποποιήσεις-προσθήκες που θα κάνουν στις δηλώσεις τους υπερκαλύπτουν και δικαιολογούν τις διαφορές αυτές ήδη από τώρα, θα αποφύγουν την ταλαιπωρία που μπορεί να συνεπάγεται στο μέλλον η επιλογή τους για έλεγχο και η πρόσκλησή τους για εξηγήσεις από τις αρμόδιες φορολογικές αρχές.
Η υποβολή των τροποποιητικών δηλώσεων θα είναι μεν εκπρόθεσμη για τους φορολογούμενους αυτούς, όμως δεν πρόκειται να επιβαρυνθούν με πρόστιμο 100 ευρώ ή 250-500 ευρώ αν είναι αυτοαπασχολούμενοι, διότι από τις δηλώσεις αυτές δεν θα προκύψει καμία επιπλέον διαφορά φόρου προς πληρωμή, ενώ ο νόμος προβλέπει ότι το πρόστιμο επιβάλλεται μόνο εφόσον προκύπτει επιπλέον διαφορά καταβλητέου φόρου και μάλιστα μεγαλύτερη των 100 ευρώ.






































