Την ώρα που ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν συνομιλεί ξανά και ξανά με τον πρόεδρο των ΗΠΑ, ανοίγοντας ατζέντα για Συρία, Γάζα και αμυντική συνεργασία, στην Αθήνα επικρατεί μια γνώριμη εικόνα: σιωπή, αναμονή και ελπίδα ότι «δεν θα συμβεί κάτι απρόοπτο».
Η Τουρκία κινείται επιθετικά στο διπλωματικό πεδίο. Διεκδικεί ρόλο, παζαρεύει, εμφανίζεται ως αναγκαίος παίκτης για την Ουάσιγκτον. Δεν το κάνει από ιδεολογία· το κάνει επειδή γνωρίζει ότι στη διεθνή πολιτική επιβιώνει όποιος πιέζει.
Η ελληνική κυβέρνηση, αντίθετα, δείχνει εγκλωβισμένη στη λογική των «ήρεμων νερών», ακόμη κι όταν τα νερά γύρω της βράζουν. Χωρίς πρωτοβουλίες, χωρίς στρατηγικό αφήγημα, χωρίς ορατή διπλωματική αντεπίθεση.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιμένει να παρουσιάζει την απουσία κρίσης ως επιτυχία. Όμως η εξωτερική πολιτική δεν κρίνεται από το τι δεν συνέβη — κρίνεται από το τι πέτυχες.
Και αυτή τη στιγμή, η Τουρκία κερδίζει έδαφος. Επανέρχεται στον πυρήνα των αμερικανικών σχεδιασμών, την ώρα που η Ελλάδα κινδυνεύει να θεωρείται «δεδομένος σύμμαχος» χωρίς διαπραγματευτικό βάρος.
Η Άγκυρα εξοπλίζεται, διαπραγματεύεται, απαιτεί ανταλλάγματα. Η Αθήνα περιορίζεται σε δηλώσεις σταθερότητας και διπλωματικές ευχές.
Σε έναν κόσμο που αλλάζει βίαια, αυτό δεν είναι στρατηγική. Είναι αδράνεια.
Και όσο η κυβέρνηση επενδύει στην αυτοϊκανοποίηση, τόσο η πραγματικότητα υπενθυμίζει ότι όποιος δεν διεκδικεί θέση στο τραπέζι, κινδυνεύει να βρεθεί στο μενού.





































