Η Τουρκία «ρίχνει» στο τραπέζι όλες τις μονομερείς αξιώσεις της
Γράφει ο Μιχάλης Μπάιλας
Η αναζήτηση ημερομηνίας για τη νέα ελληνοτουρκική συνάντηση κορυφής εξελίσσεται σε δύσκολο παζλ, με την Άγκυρα να επανέρχεται δυναμικά με αναθεωρητικές αξιώσεις, υπονομεύοντας το κλίμα διαλόγου προτού καν οριστεί ημερομηνία.
Αν και Αθήνα και Άγκυρα εξακολουθούν να αναζητούν ημερομηνία για τη νέα συνάντηση κορυφής Μητσοτάκη – Ερντογάν και τη σύγκληση του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας Ελλάδας – Τουρκίας, οι οποίες εκκρεμούν και αναβάλλονται διαρκώς από τον Δεκέμβριο του 2024, η τουρκική πλευρά φαίνεται να «υπονομεύει» εκ των προτέρων το περιεχόμενο μιας τέτοιας συνάντησης. Και αυτό διότι φορτώνει την ατζέντα με όλο το εύρος των μονομερών αναθεωρητικών αξιώσεων και διεκδικήσεών της σε βάρος της Ελλάδας.
Με πρόσφατες δηλώσεις του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών, Χακάν Φιντάν, άνοιξε εκ νέου το θέμα της συνάντησης Μητσοτάκη – Ερντογάν, με πιθανές ημερομηνίες έως τα μέσα Φεβρουαρίου, καθώς μετά την 1η Φεβρουαρίου ξεκινά το Ραμαζάνι. Ωστόσο, τα προβλήματα και τα «αγκάθια» για μια νέα συνάντηση κορυφής είναι πολλά και σοβαρά, και οφείλονται πρωτίστως στη σκληρή και αδιάλλακτη πολιτική της Άγκυρας.
Η Τουρκία έχει ήδη θέσει επί τάπητος ολόκληρη την αναθεωρητική της ατζέντα, με αιχμή τα ζητήματα αλλαγής του υφιστάμενου status quo στο Αιγαίο. Δεν είναι τυχαίο ότι οι συνεχείς αναβολές της συνάντησης κορυφής συνδέονται άμεσα με την προκλητική και εμμονική στάση της Άγκυρας στο θέμα της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου. Υπενθυμίζεται ότι τουρκικά πολεμικά πλοία παρεμπόδισαν ανοιχτά της Κάσου το ιταλικό ερευνητικό σκάφος, που είχε ναυλωθεί από την Ελλάδα, απαγορεύοντάς του να προχωρήσει στις έρευνες για την πόντιση του καλωδίου.
Παρά το γεγονός ότι η ελληνική πλευρά είχε ζητήσει ρητά στις σχετικές επαφές να μην υπάρξει παρεμπόδιση των ερευνών, η Τουρκία προχώρησε σε μια ενέργεια που συνιστά ευθεία και έμπρακτη αμφισβήτηση κυριαρχικού δικαιώματος της Ελλάδας. Υπό αυτές τις συνθήκες, είναι σαφές ότι κανένας Έλληνας πρωθυπουργός δεν θα μπορούσε να προσέλθει σε συνάντηση κορυφής με τον Τούρκο πρόεδρο, ενώ βρίσκεται σε εξέλιξη ανοιχτή αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας.
Παράλληλα, και για τις δύο πλευρές υπάρχει έντονο πολιτικό άγχος. Αν και ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν θεωρεί ότι διαθέτει πλεονέκτημα λόγω των καλών σχέσεών του με τον Ντόναλντ Τραμπ, μια ενδεχόμενη παρέμβαση του Αμερικανού προέδρου στα ελληνοτουρκικά, στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο δεν θα ήταν ούτε εύκολη ούτε απλή στη διαχείρισή της.



































