Η κυβέρνηση του Κυριάκος Μητσοτάκης ανακάλυψε ξαφνικά ότι το Σύνταγμα «γέρασε». Όχι επειδή άλλαξε ο κόσμος, αλλά επειδή άλλαξαν οι πολιτικές ανάγκες. Και κάπως έτσι, η Συνταγματική Αναθεώρηση επιστρατεύεται ως εργαλείο πολιτικού αφηγήματος, ντυμένο με τον μανδύα των «μεγάλων μεταρρυθμίσεων».
Το μοτίβο είναι γνώριμο: γενικές διακηρύξεις περί θεσμικής θωράκισης, επίκληση της τεχνολογίας και της κλιματικής κρίσης, και στο δια ταύτα, συγκεκριμένες στοχεύσεις που ακουμπούν τα γνωστά πεδία ιδεολογικής εμμονής. Δημόσια διοίκηση, μονιμότητα, πανεπιστήμια. Ό,τι δεν κατάφερε να αλλάξει η κυβέρνηση με πολιτικό κόστος, επιχειρεί να το μεταφέρει στο πεδίο της συνταγματικής αναθεώρησης, εκεί όπου η ευθύνη «διαχέεται» και οι αντιδράσεις βαφτίζονται συντεχνιακές.
Η συζήτηση για τη μονιμότητα στο Δημόσιο επανέρχεται όχι ως πρόταση εκσυγχρονισμού, αλλά ως έμμεση απόδοση ευθυνών στο κράτος για όλα τα δεινά. Η αναφορά στα μη κρατικά πανεπιστήμια παρουσιάζεται ως δήθεν αναχρονισμός του Συντάγματος, αποσιωπώντας ότι πρόκειται για βαθιά πολιτική επιλογή με σαφές κοινωνικό αποτύπωμα. Και η επίκληση της δημοσιονομικής ισορροπίας μοιάζει περισσότερο με προληπτική άμυνα απέναντι σε μελλοντικές κυβερνήσεις, παρά με θεσμική εγγύηση.
Το πιο αποκαλυπτικό, όμως, είναι το timing. Η επίσπευση της διαδικασίας δεν υπαγορεύεται από κάποια θεσμική ανάγκη, αλλά από την ανάγκη της κυβέρνησης να ορίσει την ατζέντα και να μεταφέρει τη συζήτηση μακριά από τα πραγματικά της προβλήματα: ακρίβεια, ανισότητες, φθορά εξουσίας.
Η Συνταγματική Αναθεώρηση, αντί να παρουσιαστεί ως προϊόν ευρείας κοινωνικής συναίνεσης, ξεκινά ως μονομερές πολιτικό project. Και όταν το Σύνταγμα γίνεται επικοινωνιακό εργαλείο, το πρόβλημα δεν είναι ότι «ανήκει στον 20ό αιώνα». Είναι ότι χρησιμοποιείται με όρους του πιο παλιού πολιτικού καιροσκοπισμού.
Η κυβέρνηση του Κυριάκος Μητσοτάκης ανακάλυψε ξαφνικά ότι το Σύνταγμα «γέρασε». Όχι επειδή άλλαξε ο κόσμος, αλλά επειδή άλλαξαν οι πολιτικές ανάγκες. Και κάπως έτσι, η Συνταγματική Αναθεώρηση επιστρατεύεται ως εργαλείο πολιτικού αφηγήματος, ντυμένο με τον μανδύα των «μεγάλων μεταρρυθμίσεων».
Το μοτίβο είναι γνώριμο: γενικές διακηρύξεις περί θεσμικής θωράκισης, επίκληση της τεχνολογίας και της κλιματικής κρίσης, και στο δια ταύτα, συγκεκριμένες στοχεύσεις που ακουμπούν τα γνωστά πεδία ιδεολογικής εμμονής. Δημόσια διοίκηση, μονιμότητα, πανεπιστήμια. Ό,τι δεν κατάφερε να αλλάξει η κυβέρνηση με πολιτικό κόστος, επιχειρεί να το μεταφέρει στο πεδίο της συνταγματικής αναθεώρησης, εκεί όπου η ευθύνη «διαχέεται» και οι αντιδράσεις βαφτίζονται συντεχνιακές.
Η συζήτηση για τη μονιμότητα στο Δημόσιο επανέρχεται όχι ως πρόταση εκσυγχρονισμού, αλλά ως έμμεση απόδοση ευθυνών στο κράτος για όλα τα δεινά. Η αναφορά στα μη κρατικά πανεπιστήμια παρουσιάζεται ως δήθεν αναχρονισμός του Συντάγματος, αποσιωπώντας ότι πρόκειται για βαθιά πολιτική επιλογή με σαφές κοινωνικό αποτύπωμα. Και η επίκληση της δημοσιονομικής ισορροπίας μοιάζει περισσότερο με προληπτική άμυνα απέναντι σε μελλοντικές κυβερνήσεις, παρά με θεσμική εγγύηση.
Το πιο αποκαλυπτικό, όμως, είναι το timing. Η επίσπευση της διαδικασίας δεν υπαγορεύεται από κάποια θεσμική ανάγκη, αλλά από την ανάγκη της κυβέρνησης να ορίσει την ατζέντα και να μεταφέρει τη συζήτηση μακριά από τα πραγματικά της προβλήματα: ακρίβεια, ανισότητες, φθορά εξουσίας.
Η Συνταγματική Αναθεώρηση, αντί να παρουσιαστεί ως προϊόν ευρείας κοινωνικής συναίνεσης, ξεκινά ως μονομερές πολιτικό project. Και όταν το Σύνταγμα γίνεται επικοινωνιακό εργαλείο, το πρόβλημα δεν είναι ότι «ανήκει στον 20ό αιώνα». Είναι ότι χρησιμοποιείται με όρους του πιο παλιού πολιτικού καιροσκοπισμού.




































