Περίπου 80 άρθρα επί συνόλου 120 θα τεθούν υπό Αναθεώρηση, κάτι που νομικοί και συνταγματολόγοι χαρακτηρίζουν «τερατώδες». Στην πραγματικότητα, η κυβέρνηση επιχειρεί να καταρτίσει ένα νέο Σύνταγμα, που θα αντικατοπτρίζει τις αυστηρές νεοφιλελεύθερες επιλογές της Νέας Δημοκρατίας και την ιδεολογική ατζέντα του πρωθυπουργού
Γράφει ο Μιχάλης Μπάιλας
Με την Αναθεώρηση του Συντάγματος ο Κυρ. Μητσοτάκης βάζει τη χώρα σε επικίνδυνα μονοπάτια, μετατρέποντας τον Καταστατικό Χάρτη σε εργαλείο πολιτικού ελέγχου και θέτοντας σε κίνδυνο τη Δημοκρατία και ό,τι έως σήμερα θεωρούνταν συνταγματικά κατοχυρωμένο.
Με μια πρώτη ανάγνωση της επικαιρότητας, η εξαγγελία της κυβέρνησης για Αναθεώρηση του Συντάγματος μοιάζει να αποτελεί καθαρά επικοινωνιακό τρικ του Κυριάκου Μητσοτάκη, με στόχο να αλλάξει την πολιτική ατζέντα και να αποσπάσει την προσοχή των πολιτών από τις σοβαρές κρίσεις που ταλανίζουν τη χώρα. Όμως, είναι κάτι ακόμα σοβαρότερο και επικίνδυνο, αφού όσα ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός δείχνουν ότι πρόκειται για μια Αναθεώρηση πρωτοφανή σε μέγεθος και εύρος. Περίπου 80 άρθρα επί συνόλου 120 θα τεθούν υπό Αναθεώρηση, κάτι που νομικοί και συνταγματολόγοι χαρακτηρίζουν «τερατώδες». Στην πραγματικότητα, η κυβέρνηση επιχειρεί να καταρτίσει ένα νέο Σύνταγμα, που θα αντικατοπτρίζει τις αυστηρές νεοφιλελεύθερες επιλογές της Νέας Δημοκρατίας και την ιδεολογική ατζέντα του πρωθυπουργού, μετατρέποντας τον Καταστατικό Χάρτη σε εργαλείο πολιτικού ελέγχου.
Με βάση όσα είπε ο κ. Μητσοτάκης, η Αναθεώρηση στοχεύει στη συνταγματοποίηση βασικών όρων των μνημονίων, της λιτότητας και της οικονομικής πολιτικής που περιορίζει τις δυνατότητες άλλων κομμάτων να εφαρμόσουν διαφορετικά οικονομικά προγράμματα. Όπως δήλωσε χαρακτηριστικά: «Θα πρέπει να προβλέπει δικλίδες που θα εγγυώνται τη μόνιμη δημοσιονομική ισορροπία, τη συνεπή κυβερνητική δράση και την ορθότητα των κομματικών υποσχέσεων, ώστε η χώρα να μη διολισθήσει ποτέ ξανά στα επικίνδυνα μονοπάτια του λαϊκισμού».
Με λίγα λόγια, η κυβέρνηση επιχειρεί να βάλει στο Σύνταγμα περιορισμούς στην οικονομική πολιτική των κομμάτων, κάτι που μόνο οι πολίτες μπορούν να κρίνουν στις εκλογές. Το αποτέλεσμα θα είναι ένα Σύνταγμα που θα λειτουργεί σαν εργαλείο «νομιμοποίησης» της πολιτικής της Ν.Δ., περιορίζοντας τη δημοκρατική επιλογή και τη δυνατότητα πολιτικών διαφοροποιήσεων.
Παράλληλα, η κυβέρνηση επιχειρεί να νομιμοποιήσει αυθαιρεσίες σε κρίσιμους θεσμούς. Προτείνεται αλλαγή στο άρθρο 16 για την ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων, ενώ τα δημόσια πανεπιστήμια -πολλά από τα οποία έχουν διεθνείς διακρίσεις- υποχρηματοδοτούνται και υποβαθμίζονται. Παράλληλα, ανοίγεται συζήτηση για παρεμβάσεις στη Δικαιοσύνη, με αλλαγές στον τρόπο ορισμού της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων, χωρίς καμία σαφήνεια για το εύρος τους.
Ακόμη ένα σοβαρό πλήγμα αφορά στη δημόσια διοίκηση. Η πρόταση για άρση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων σημαίνει ότι ένα κόμμα που έρχεται στην εξουσία θα μπορεί να απομακρύνει όσους υπαλλήλους δεν θεωρεί «συνεργάσιμους» και να φέρνει τους δικούς του. Πρόκειται για επαναφορά της «πλατείας Κλαυθμώνος», με άμεσες συνέπειες στην αμεροληψία και στη λειτουργικότητα της δημόσιας διοίκησης.
Πέραν αυτών, η πρόταση εξαετούς θητείας για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας -θητεία πρωτοφανής σε σύγκριση με άλλες δυτικές χώρες- αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο μετατροπής του θεσμού από εγγυητή της ενότητας σε πολιτικό μοχλό ελέγχου, χωρίς σαφήνεια ως προς τις αρμοδιότητες ή τον τρόπο εκλογής.
Με τις κινήσεις αυτές, ο πρωθυπουργός οδηγεί τους θεσμούς και τον Καταστατικό Χάρτη σε αχαρτογράφητα ύδατα, επιχειρώντας να μετατρέψει το Σύνταγμα σε εργαλείο πολιτικής επιβολής. Παράλληλα, απέστειλε επιστολή στους βουλευτές της Ν.Δ., ζητώντας προτάσεις για την Αναθεώρηση, συμπεριλαμβανομένης της καθολικής αξιολόγησης στο Δημόσιο και του επανακαθορισμού της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων.
Σε τελική ανάλυση, η πρόταση αυτή δεν αφορά απλώς στη Συνταγματική Αναθεώρηση. Πρόκειται για ένα επικίνδυνο πείραμα που απειλεί τη Δημοκρατία, την κοινωνική δικαιοσύνη και τη λειτουργία των θεσμών, καθιστώντας τους πολίτες δέσμιους ενός Συντάγματος που θα υπηρετεί αποκλειστικά την κυβερνητική ατζέντα.




































