Η ακρίβεια πιέζει τα νοικοκυριά, την ώρα που οι υψηλές διεθνείς τιμές ενέργειας και καυσίμων προοιωνίζονται έναν νέο κύκλο αυξήσεων στα προϊόντα, συνθλίβοντας το διαθέσιμο εισόδημά τους. Παρ’ όλ’ αυτά, η κυβέρνηση δεν εξετάζει τη μείωση του ειδικού φόρου κατανάλωσης στα καύσιμα με το πρόσχημα ότι δεν της το επιτρέπει η Ε.Ε.
Τα ελληνικά νοικοκυριά δυσκολεύονται όλο και περισσότερο να βγάλουν τον μήνα, καθώς οι μισθοί παραμένουν χαμηλοί σε σχέση με το αυξημένο κόστος ζωής και την ακρίβεια στην αγορά. Η ένταση στη Μέση Ανατολή και ο πόλεμος ανοίγουν τον δρόμο για έναν νέο κύκλο ανατιμήσεων, με τις διεθνείς τιμές ενέργειας και καυσίμων να προκαλούν έντονη ανησυχία. Κάθε παρατεταμένη αύξησή τους θα μεταφερθεί στο κόστος παραγωγής και μεταφοράς των προϊόντων, επηρεάζοντας τελικά τις τιμές στα ράφια των καταστημάτων και στα πορτοφόλια των καταναλωτών.
«Οι υπάλληλοι των σούπερ μάρκετ αλλάζουν σχεδόν καθημερινά τις τιμές, αμέσως μετά την έναρξη του πολέμου», δηλώνει στην One Voice ο πρόεδρος του ΙΝΚΑ, Γιώργος Λεχουρίτης. Από την πλευρά του, ο πρώην πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Πρατηριούχων και Εμπόρων Καυσίμων, Γιώργος Ασμάτογλου, μιλώντας στην One Voice υποστηρίζει πως «η τιμή της βενζίνης έχει ήδη ξεπεράσει τα 2 ευρώ, στις Κυκλάδες και σε απομακρυσμένες περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας».
Οι τιμές στα ύψη, οι έλεγχοι ανεπαρκείς
Σε αυτό το περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας, το υπουργείο Ανάπτυξης εξετάζει την ενεργοποίηση μέτρων με στόχο τη μετρίαση ενός νέου πληθωριστικού κύκλου που θα επιβαρύνει ακόμη περισσότερο το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών. Προς το παρόν, πάντως, πραγματοποιούνται μόνο οι έλεγχοι της Αρχής Εποπτείας της Αγοράς και Προστασίας του Καταναλωτή, οι οποίοι δυστυχώς δεν επαρκούν και απαιτούνται πιο δραστικά μέτρα. Ο κ. Λεχουρίτης ασκεί έντονη κριτική για τον τρόπο αντιμετώπισης της ακρίβειας, υπογραμμίζοντας ότι μετά την έναρξη της νέας κρίσης, του πολέμου στο Ιράν δηλαδή, ξεκίνησαν ανατιμήσεις σε οπωροκηπευτικά, φρούτα και βασικά είδη διατροφής, ενώ στη συνέχεια επηρεάστηκαν αναψυκτικά και τυροκομικά. «Σε αρκετές περιπτώσεις οι τιμές στα ράφια αλλάζουν σχεδόν καθημερινά», σημειώνει.
Κρίσιμος παράγοντας για την πορεία της αγοράς παραμένει η εξέλιξη των διεθνών τιμών πετρελαίου. Πολλές εταιρείες, κυρίως πολυεθνικές αλλά και ελληνικές παραγωγικές επιχειρήσεις, είχαν καταρτίσει τον ετήσιο προϋπολογισμό τους με βάση τιμές κοντά στα 80 δολάρια το βαρέλι. Αν όμως οι τιμές διατηρηθούν σε υψηλά επίπεδα, θα αυξηθούν τα κόστη και θα προκύψουν σημαντικές ανατιμήσεις σε προϊόντα και υπηρεσίες.
Η αμόλυβδη ξεπέρασε τα 2 ευρώ
Σύμφωνα με τον κ. Ασμάτογλου, οι τιμές στα πρατήρια εμφανίζουν συνήθως χρονική καθυστέρηση σε σχέση με τη διεθνή τιμή του αργού πετρελαίου περίπου τέσσερις ημέρες. Τις προηγούμενες ημέρες η τιμή είχε φτάσει ακόμη και στα 104 δολάρια το βαρέλι. Η πρόσφατη υποχώρησή του κοντά στα 94 δολάρια, όμως, δεν σημαίνει εκτόνωση της κατάστασης, αν και εκτιμάται ότι δύσκολα θα παραμείνει για μεγάλο διάστημα σε τόσο υψηλά επίπεδα. Στην Περιφέρεια, η τιμή της αμόλυβδης έχει ήδη ξεπεράσει τα 2 ευρώ, κυρίως λόγω του αυξημένου κόστους μεταφοράς και του περιορισμένου ανταγωνισμού.
Η κατανάλωση καυσίμων έχει μειωθεί σε σχέση με τις πρώτες ημέρες του πολέμου, παραμένει όμως υψηλή, καθώς καύσιμα χρησιμοποιούνται για τις μετακινήσεις των πολιτών και των αγαθών. Όταν αυξάνεται το κόστος του πετρελαίου, αυξάνεται αναπόφευκτα και το κόστος μεταφοράς προϊόντων, το οποίο τελικά μετακυλίεται στις τιμές των αγαθών.
Προφάσεις για να μη μειώσει τον ΕΦΚ
Παράγοντες της αγοράς υπογραμμίζουν ότι μέτρα τύπου fuel pass προσφέρουν μόνο προσωρινή ανακούφιση και δεν επιλύουν συνολικά το πρόβλημα. Στη δημόσια συζήτηση επανέρχεται λοιπόν η πρόταση μείωσης της φορολογίας στα καύσιμα, κυρίως μέσω του ειδικού φόρου κατανάλωσης. «Με τις αυξημένες τιμές, το κράτος εισπράττει ήδη περισσότερα έσοδα από τον ΦΠΑ. Αυτό το επιπλέον έσοδο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να μειωθεί ο ειδικός φόρος κατανάλωσης και να υπάρξει οριζόντια ελάφρυνση στην τιμή των καυσίμων», σημειώνει ο κ. Ασμάτογλου.
Από την πλευρά των καταναλωτών, ο πρόεδρος του ΙΝΚΑ επισημαίνει ότι έχει θέσει επανειλημμένα το ζήτημα της μείωσης του ειδικού φόρου κατανάλωσης (ΕΦΚ) στον δημόσιο διάλογο, αλλά η κυβέρνηση απαντά ότι «δεν το επιτρέπει η Ευρωπαϊκή Ένωση». Όμως, όπως υπογραμμίζει, δεν είναι η Ε.Ε. που έχει επιβάλει στην Ελλάδα τόσο υψηλούς φόρους, αφού σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες ο αντίστοιχος φόρος είναι περίπου ο μισός. Παράλληλα, σημειώνει ότι τα fuel pass ή τα ενεργειακά κουπόνια δεν αντιμετωπίζουν τη ρίζα του προβλήματος, που σχετίζεται με τη δομή της αγοράς και τη φορολογία στα καύσιμα.
Να σημειώσουμε πάντως πως αν και η Ευρωπαϊκή Ένωση ζητά από τα κράτη-μέλη να επιβάλουν ελάχιστο ΕΦΚ 0,359 ευρώ ανά λίτρο αμόλυβδης βενζίνης, η Ελλάδα επιβάλλει σχεδόν διπλάσιο ειδικό φόρο κατανάλωσης, περίπου στο 0,70 ευρώ ανά λίτρο βενζίνης, και κατατάσσεται στην 5η πιο υψηλή θέση στην Ευρώπη.




































