Άγνωστα σε αριθμό στο ευρύ κοινό, ξεχασμένα από τους αρμόδιους και τις Αρχές, καθώς και μη λειτουργικά θυμίζουν τις πιο μαύρες στιγμές της ιστορίας, κυρίως της Αθήνας
– Η συγκεκριμένη καταγραφή των τοποθεσιών των καταφυγίων στην Ελλάδα παραμένει μυστική, όπως μυστική παραμένει για το ευρύ κοινό και η αρχιτεκτονική τους, οι χώροι και η δομή τους, ενώ σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, η πλειονότητά τους φαίνεται να είναι υπολειτουργική ή εγκαταλελειμμένη
– Πολλά από αυτά στην Αθήνα έχουν αλλάξει χρήση με την πάροδο των χρόνων, καθώς, για παράδειγμα, σε πολυκατοικίες που κατεδαφίστηκαν και στη θέση τους ανεγέρθηκαν νέες, τα καταφύγια πλέον δεν υπάρχουν, ενώ και κάποια που υπάρχουν παραμένουν σφραγισμένα
– Τα καταφύγια πρέπει να πληρούν συγκεκριμένους κανόνες: Να διαθέτουν στατικότητα, επάρκεια χώρου, αποθέματα νερού, φίλτρα αέρα και καθαριότητα
– Παράδοξο: Η Ελβετία δεν απειλείται σοβαρά, αλλά έχει το πιο ολοκληρωμένο σύστημα καταφυγίων
2.892 χώροι σε όλη την Ελλάδα έχουν χαρακτηριστεί ως καταφύγια, σύμφωνα με επίσημα χείλη μέσα από τη Βουλή, χωρίς ωστόσο να γίνει αναφορά στην κατάστασή τους

Από το 1940 έως το 1956, κατασκευάστηκαν καταφύγια σύμφωνα με τον νόμο της μεταξικής ψηφίσεως του 1936, ο οποίος απαιτούσε κάθε νέα οικοδομή να διαθέτει καταφύγιο, όπως εξηγεί και στην τριλογία βιβλίων του με τίτλο «Τα καταφύγια της Αττικής» ο συγγραφέας και ερευνητής, Κωνσταντίνος Κυρίμης

Ο κ. Κυρίμης έχει επισκεφθεί πάνω από 150 καταφύγια, στο πλαίσιο της έρευνάς του, και εκτιμά ότι «τα καταφύγια, με την έννοια της ευρύτητας και πολιτικής προστασίας, όπου σε περίπτωση ανάγκης ο πληθυσμός θα μπορούσε να μεταβεί, δεν νομίζω ότι υπάρχουν σήμερα».

Είσοδος καταφυγίου στην Ελευσίνα

Πλημμυρισμένος θάλαμος καταφυγίου στον Πειραιά

Κωνσταντίνος Κυρίμης: «Οι άνθρωποι μπαίνουν μέσα στα καταφύγια και, σχεδόν, σε κάθε περιήγηση κάποιος μου λέει πώς ένιωσε (…) Είναι καλύτερο να το βιώνει κανείς σε καιρό ειρήνης και να είναι προετοιμασμένος, παρά σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης»
Η γεωπολιτική αστάθεια και οι πρόσφατες εξελίξεις στη Μέση Ανατολή έχουν αναζωπυρώσει το ενδιαφέρον των πολιτών για την ύπαρξη και τη λειτουργικότητα των καταφυγίων.
Η χώρα μας διαθέτει καταφύγια, τα περισσότερα από τα οποία κατασκευάστηκαν κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, και κάποια από αυτά διατηρούνται μέχρι σήμερα. Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι δεν γνωρίζουμε πού βρίσκονται, σε ποια κατάσταση είναι και φυσικά οι πολίτες δεν έχουν την κατάλληλη εκπαίδευση για να τα χρησιμοποιήσουν σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης.
Ο συγγραφέας και ερευνητής, Κωνσταντίνος Κυρίμης στην τριλογία βιβλίων του με τίτλο «Τα καταφύγια της Αττικής» καταγράφει κάποια από αυτά και παρουσιάζει στοιχεία, στην One Voice, για αυτά από την προσωπική του μελέτη.
Πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο
Στην Ελλάδα, πολλά από τα καταφύγια που υπάρχουν σήμερα δημιουργήθηκαν πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τότε αναπτύχθηκε εκτεταμένο δίκτυο προστασίας, με περίπου 12.000 καταφύγια στην ευρύτερη περιοχή της Αττικής. Ο ερευνητής Κωνσταντίνος Κυρίμης μας εξηγεί: «Όταν η Ελλάδα εισήλθε στον πόλεμο υπήρχαν 12.000 καταφύγια στην Αττική. Από αυτά, 6.000 ήταν αυστηρών προδιαγραφών, ενώ περίπου 6.000 δημιουργήθηκαν σε υπόγειους χώρους, όπως σπηλαιώματα, ορυχεία και αποθήκες. Στον αριθμό αυτό συμπεριλαμβάνονται και τα καταφύγια που κατασκευάστηκαν από το 1940 μέχρι το 1956, σύμφωνα με τον νόμο της μεταξικής ψηφίσεως του 1936, που απαιτούσε κάθε νέα οικοδομή να διαθέτει καταφύγιο».
Η κατασκευή καταφυγίων αποτελούσε, οικονομικά, τεράστια πρόκληση. «Μόνο λίγες χώρες μπορούσαν να “σηκώσουν” τέτοιες κατασκευές», εξηγεί ο κ. Κυρίμης, γι’ αυτό και μετά το 1956 δεν υπήρξε συνέχεια. Σημαντικό στοιχείο της εποχής ήταν η δυνατότητα χρήσης των ιδιωτικών καταφυγίων από το κοινό: «Αν έχω μια αποθήκη που χωράει 100 άτομα και οι εργαζόμενοι είναι 80, είμαι υποχρεωμένος να δεχτώ τους υπόλοιπους 20. Έτσι, τα ιδιωτικά καταφύγια δεν σήμαιναν αποκλειστική χρήση για τον ιδιοκτήτη, αλλά προτεραιότητα».
Από τον Λυκαβηττό στον Πειραιά: Τα μυστικά καταφύγια
Στην Αθήνα και τον Πειραιά τα καταφύγια βρίσκονταν σε στρατηγικά σημεία: Λυκαβηττός, Αρδηττός, Πολύγωνο, Προφήτης Ηλίας, Καστέλα, Δραπετσώνα. Στα νότια προάστια υπήρχαν στο Ελληνικό, τη Βούλα και τη Γλυφάδα, ενώ στα βόρεια στην Κηφισιά, του Παπάγου και το Ψυχικό. Κάποια καταφύγια βρίσκονταν ακόμη στο Σούνιο και τη Ραφήνα.
Πολλά από τα ιστορικά καταφύγια της Αθήνας έχουν αλλάξει χρήση με την πάροδο των χρόνων. Για παράδειγμα, σε πολυκατοικίες που κατεδαφίστηκαν και στη θέση τους ανεγέρθηκαν νέες, τα καταφύγια δεν υπάρχουν πλέον. Επίσης χαρακτηριστική είναι και η περίπτωση του Μεγάρου της Βουλής, όπου ο αρχικός χώρος προστασίας έχει μετατραπεί, από το 2000, σε υπόγειο πάρκινγκ πέντε επιπέδων. «Το 1940 χρησιμοποιήθηκε από τη Βουλή για προστασία», σημειώνεται, ενώ όπως αναφέρεται, «άλλα ιστορικά καταφύγια υπάρχουν στον Μαραθώνα, κοντά στο φράγμα, για να προστατεύουν τους εργαζόμενους της περιοχής».
Ένα ακόμη σημαντικό καταφύγιο βρίσκεται στον λόφο του Αρδηττού. Όπως εξηγεί ο ερευνητής Κωνσταντίνος Κυρίμης: «Στην Αττική, στον λόφο Αρδηττού, υπάρχει ένα πολύ μεγάλο καταφύγιο που χωράει περίπου 1.330 άτομα. Βρίσκεται σε καλή κατάσταση, αν και κάποια τμήματα χρειάζονται βελτιώσεις. Στον Πειραιά, στο Μικρολίμανο, υπάρχει επίσης καταφύγιο, αλλά δεν είναι επισκέψιμο. Ποτέ δεν μπορούμε να είμαστε απολύτως σίγουροι για το πού βρίσκονται όλα τα καταφύγια ή πώς ακριβώς είναι η αρχιτεκτονική τους, οι χώροι και η δομή τους».
Σήμερα, ωστόσο, δεν γνωρίζουμε πολλά για τα καταφύγια, καθώς η τοποθεσία τους παραμένει μυστική. Ορισμένα, μάλιστα, είναι σφραγισμένα. «Αυτό είναι λίγο παράλογο, από ό,τι έχω διαβάσει. Τα καταφύγια είναι απόρρητα και θα αποκαλυφθούν σε περίπτωση πολέμου. Δεν θεωρώ πως είναι μια καλή πρακτική αυτή. Το 1940 οι άνθρωποι γνώριζαν που ήταν τα καταφύγια στη γειτονιά τους, στη δουλειά τους, στην περιοχή όπου κινούνταν», μας λέει ο κ. Κυρίμης.
Η ασφάλεια χρειάζεται εκπαίδευση
Το ερώτημα που τίθεται είναι πόσα από αυτά τα καταφύγια παραμένουν ενεργά. Το 2025, απαντώντας σε σχετική ερώτηση στη Βουλή, ο αρμόδιος υφυπουργός ανέφερε ότι, υπάρχουν 2.892 χώροι σε όλη την Ελλάδα που έχουν χαρακτηριστεί ως καταφύγια, χωρίς ωστόσο να γίνει αναφορά στην κατάστασή τους. Το θέμα, ωστόσο, δεν είναι μόνο ο αριθμός τους, αλλά η δυνατότητα πραγματικής χρήσης τους. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, η πλειονότητά τους φαίνεται να είναι υπολειτουργική ή εγκαταλελειμμένη. Ο κ. Κυρίμης έχει επισκεφθεί πάνω από 150 καταφύγια, στο πλαίσιο της έρευνάς του, και εκτιμά ότι «τα καταφύγια, με την έννοια της ευρύτητας και πολιτικής προστασίας, όπου σε περίπτωση ανάγκης ο πληθυσμός θα μπορούσε να μεταβεί, δεν νομίζω ότι υπάρχουν σήμερα».
Η επιτυχία των καταφυγίων δεν βασιζόταν μόνο στη δομή τους, αλλά και στην εκπαίδευση του πληθυσμού. «Το κατασκευαστικό σχέδιο των καταφυγίων αποτελεί μόνο το ήμισυ του προβλήματος. Ακόμη και αν διαθέτουμε το καλύτερο καταφύγιο, χωρίς εκπαίδευση και κουλτούρα άμυνας του πληθυσμού, η αποτελεσματικότητά του είναι περιορισμένη», σημειώνει ο κ. Κυρίμης. Σχολεία, πανεπιστήμια και στρατιωτικοί φορείς εκπαίδευαν τους πολίτες στη χρήση των καταφυγίων και στη γενικότερη παθητική άμυνα. «Οι δημόσιοι χώροι λειτουργούσαν ορισμένες βραδιές για την εκπαίδευση στην πολιτική άμυνα, με ενεργή συμμετοχή της γειτονιάς. Παράλληλα, στα σχολεία, τα παιδιά παρακολουθούσαν υποχρεωτικά μαθήματα. Η φιλοσοφία αυτή στοχεύει στην προετοιμασία της κοινωνίας για την αντιμετώπιση καταστάσεων έκτακτης ανάγκης». Σήμερα, όμως, αυτή η κουλτούρα έχει χαθεί, καθώς και οι συνθήκες έχουν αλλάξει.
Η διαδικασία δημιουργίας ενός καταφυγίου είναι επίσης κρίσιμη. Όπως εξηγεί, «ένα καταφύγιο δεν μπορεί να κατασκευαστεί αυθαίρετα. Πρέπει να είναι σύμφωνο με κανονισμούς, να διαθέτει πολλαπλές εξόδους διαφυγής, χώρους υγιεινής, θωρακισμένες πόρτες και γενικά σύνθετη αρχιτεκτονική για απόλυτη προστασία».
Οι σταθμοί του Μετρό δεν είναι καταφύγια
Την ίδια ώρα, κάποιοι υποστηρίζουν ότι, οι αποθήκες και οι υπόγειοι χώροι στάθμευσης θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως καταφύγια. Ωστόσο, υπάρχει σημαντική διαφορά μεταξύ ενός απλού υπόγειου χώρου και ενός χώρου καταφυγής. Όπως εξηγεί ο κ. Κυρίμης, τα καταφύγια πρέπει να πληρούν συγκεκριμένους κανόνες: Να διαθέτουν στατικότητα, επάρκεια χώρου, αποθέματα νερού, φίλτρα αέρα και καθαριότητα. «Δεν αρκεί οποιοσδήποτε υπόγειος χώρος. Το καταφύγιο είναι μια πολύπλοκη δομή που παρέχει απόλυτη προστασία, αλλά απαιτεί ειδική λειτουργία και κόστος κατασκευής».
Ο κ. Κυρίμης αναφέρει επίσης: «Το Μετρό, που συχνά αναφέρεται ως καταφύγιο, αν δεχθεί επίθεση, μπορεί να υπάρξουν σοβαρές απώλειες, καθώς δεν είναι σχεδιασμένο για τέτοιες συνθήκες. Δεν υπάρχει, πλέον, η κουλτούρα του παρελθόντος, ώστε ο κόσμος να ξέρει πώς να κατεβαίνει σε καταφύγιο, ενδεχομένως να ποδοπατηθούν πολίτες στα σκαλοπάτια πριν κατέβουν στον σταθμό» και συμπληρώνει: «Την εποχή του 1940, σε κάθε καταφύγιο υπήρχε υπεύθυνος, ο οποίος διασφάλιζε την ορθή λειτουργία και το πλήθος που μπορούσε να μπει. Ο κόσμος είχε εκπαίδευση και καταλάβαινε ότι, το καταφύγιο είχε γεμίσει και έφευγε. Σήμερα, δεν υπάρχει αυτή η κουλτούρα, αλλά ούτε και η εκπαίδευση».
Η Ελβετία έχει τα περισσότερα
Η Ελβετία έχει τα περισσότερα καταφύγια «Παράδοξο: Η Ελβετία δεν απειλείται σοβαρά, αλλά έχει το πιο ολοκληρωμένο σύστημα καταφυγίων. Εμείς, σε μια ζώνη συνεχούς απειλής, δεν δώσαμε έμφαση» τονίζει ο κ. Κυρίμης και προσθέτει ότι «παρόλα αυτά, η Ελβετία δεν μπορεί να στεγάσει παραπάνω από ένα 5 με 10% του πληθυσμού».
Η φιλοσοφία, πάντως, όπως υποστηρίζει ο ερευνητής, σε περίπτωση πολέμου «δεν είναι τόσο το να μείνουμε όλοι στην πόλη και να πάμε στα καταφύγια, αλλά να ενεργοποιηθούν και άλλα σχέδια, όπως να φύγουμε από τα κεντρικά σημεία και από τις πόλεις και να μείνουν πίσω μόνο αυτοί που χρειάζονται για τη λειτουργία κάθε πόλης».
Όσοι, πάντως, ενδιαφέρονται να γνωρίσουν από κοντά έναν τέτοιο χώρο μπορούν να συμμετάσχουν σε οργανωμένες περιηγήσεις που πραγματοποιεί ο ερευνητής-συγγραφέας Κωνσταντίνος Κυρίμης, σε συνεργασία με την Kedros Travelling. Όπως περιγράφει ο ίδιος: «Οι άνθρωποι μπαίνουν μέσα και, σχεδόν, σε κάθε περιήγηση κάποιος μου λέει πώς ένιωσε: Στο πρώτο καταφύγιο ένιωσε άβολα, στο δεύτερο πιο άνετα, στο τρίτο πιο ήρεμα. Έτσι καταλαβαίνει κανείς την ψυχολογία της παρουσίας σε ένα καταφύγιο, με πολύ κόσμο, χαμηλό φωτισμό και ιδιαίτερες συνθήκες. Είναι καλύτερο να το βιώνει κανείς σε καιρό ειρήνης και να είναι προετοιμασμένος, παρά σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης».




































