Η επίσκεψη του Εμανουέλ Μακρόν στην Αθήνα αποτέλεσε μια πρώτης τάξεως αφορμή για να ξεφύγει ο Κυριάκος Μητσοτάκης από τη «μέγγενη» των προβλημάτων που ταλανίζουν τον ίδιο και την κυβέρνησή του. Οι συμφωνίες και οι κοινές εμφανίσεις τους επικοινωνήθηκαν όπως αναμενόταν, δεν αρκούν όμως για να κρύψουν μια σειρά ζητημάτων που αφορούν τόσο στα εθνικά θέματα όσο και στις παραχωρήσεις που δίνονται σε ακόμα μια σύμμαχο χώρα.
Η επέκταση της στρατηγικής αμυντικής συμφωνίας με το Παρίσι και κυρίως το κομμάτι που αφορά στην αμοιβαία συνδρομή σε περίπτωση στρατιωτικής απειλής από τρίτη χώρα δεν μπορεί να υποκαταστήσει την ανεξάρτητη εθνική ισχύ και την αποφασιστικότητα έναντι χωρών που απειλούν ευθέως κυριαρχικά δικαιώματά μας, όπως συμβαίνει με την Τουρκία. Και ναι μεν η κυβέρνηση πανηγυρίζει για «γεωπολιτική αναβάθμιση» με την εγγύτητα της σχέσης με τη Γαλλία, όμως από τη στιγμή που η Αθήνα «φοβάται» να προχωρήσει την ηλεκτρική διασύνδεση με την Κύπρο ή επιτρέπει σε τουρκικά πολεμικά πλοία να παρενοχλούν ερευνητικά σκάφη ή ελληνικά αλιευτικά, τότε εκπέμπονται λανθασμένα μηνύματα και στους φίλους και συμμάχους.
Τα πυρηνικά;
Στο ίδιο πλαίσιο διεξήχθησαν και οι συζητήσεις που αφορούν στο άνοιγμα του δρόμου για τη συμμετοχή της χώρας μας στο πυρηνικό πρόγραμμα που προωθεί το Παρίσι, τόσο σε επίπεδο ενέργειας όσο και άμυνας. Από την αντιπολίτευση, και συγκεκριμένα τον ΣΥΡΙΖΑ, εθίγη το ζήτημα και σε ανακοίνωσή του σημειώνει πως «η υπογραφή συμφωνιών με τη Γαλλία που ανοίγουν τον δρόμο στη συμμετοχή στη λεγόμενη “πυρηνική ομπρέλα” μάς βρίσκει κάθετα αντίθετους. Με προβληματισμό παρακολουθούμε συζητήσεις για την ευρωπαϊκή άμυνα που αφορούν την επέκταση της λεγόμενης “πυρηνικής αποτροπής”. Τέτοιες επιλογές δεν ενισχύουν την ασφάλεια της Ευρώπης, αλλά εντείνουν τη λογική των εξοπλισμών και της στρατιωτικής κλιμάκωσης».




































