Γράφει ο Μιχάλης Μπάιλας
Τα νέα κόμματα Τσίπρα – Καρυστιανού και οι πιθανές μελλοντικές κινήσεις του Αντώνη Σαμαρά προς αυτή την κατεύθυνση δημιουργούν ένα πολυκερματισμένο πεδίο, στο οποίο η παραδοσιακή δικομματική σταθερότητα μοιάζει να υποχωρεί.
Η εξέλιξη αυτή δεν επηρεάζει μόνο την κατανομή των ψήφων, αλλά και τη συνολική συμμετοχή των ψηφοφόρων στις εκλογές. Στελέχη της κυβέρνησης εκτιμούν ότι η αύξηση της συμμετοχής, ιδίως από ψηφοφόρους που θα θελήσουν να εκφράσουν τη δυσαρέσκειά τους με την ψήφο τους, μπορεί να λειτουργήσει αναλογικά εις βάρος της Ν.Δ., ακόμη και χωρίς σημαντική μεταβολή στον απόλυτο αριθμό ψήφων.
Και η πιθανότητα η Ν.Δ. να βρεθεί κάτω από το όριο του 25% ανοίγει μια σειρά από δύσκολα πολιτικά σενάρια. Μεταξύ των σεναρίων που συζητούνται είναι η δημιουργία κυβέρνησης ειδικού σκοπού ή μεταβατικού χαρακτήρα, ακόμη και χωρίς τον Κυριάκο Μητσοτάκη στο «τιμόνι».
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το Μαξίμου επενδύει και στη στρατηγική της πολιτικής πόλωσης. Η επαναφορά του «διλήμματος Τσίπρα» λειτουργεί ως εργαλείο συσπείρωσης, κυρίως προς τη δεξιά και ΠΑΣΟΚογενή βάση της Ν.Δ., με στόχο να περιοριστεί η διαρροή προς μικρότερα κόμματα.
Παράλληλα, επιχειρείται να ανακοπεί η λεγόμενη «χαλαρή ψήφος», δηλαδή η στάση ψηφοφόρων που στις πρώτες εκλογές ενδέχεται να κινηθούν με ψήφο διαμαρτυρίας, αναμένοντας μια δεύτερη εκλογική αναμέτρηση.
Σε επικοινωνιακό επίπεδο, η κυβέρνηση συνεχίζει να στοχοποιεί τον Αλέξη Τσίπρα και τη νέα πολιτική του πρωτοβουλία. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Παύλος Μαρινάκης, υπογράμμισε πρόσφατα ότι η κοινωνία ζητά ταχύτερη πρόοδο και συγκεκριμένες πολιτικές λύσεις, τονίζοντας πως τα πολιτικά συνθήματα και τα ονόματα κομμάτων δεν αρκούν.
Παράλληλα, άσκησε κριτική στο νέο εγχείρημα, σημειώνοντας ότι η δημόσια συζήτηση πρέπει να επικεντρώνεται στην ουσία και όχι σε επικοινωνιακές επιλογές ή επαναπροσδιορισμούς πολιτικής ταυτότητας.






































