Η εντεινόμενη ακρίβεια, ο πληθωρισμός και το φαινόμενο του shrinkflation επιβαρύνουν δραματικά τα ελληνικά νοικοκυριά, αυξάνοντας τη φτώχεια, περιορίζοντας την κατανάλωση και αναδεικνύοντας την ανάγκη για αποτελεσματικότερες παρεμβάσεις στην αγορά.
Η οικονομική ασφυξία στα ελληνικά νοικοκυριά συνεχίζεται με αμείωτη ένταση και αποτυπώνεται στους δείκτες φτώχειας, ακρίβειας και πληθωρισμού στη χώρα. Οι πολίτες βρίσκονται αντιμέτωποι με διαρκείς ανατιμήσεις, μειωμένη αγοραστική δύναμη, καθώς και με τη βαθιά στεγαστική κρίση.
Ο πρόεδρος της Ένωσης Εργαζομένων Καταναλωτών Ελλάδας, Απόστολος Ραυτόπουλος, μιλώντας στην One Voice επισημαίνει ότι σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat «η Ελλάδα καταγράφεται ως η δεύτερη φτωχότερη χώρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με ποσοστό φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού που φτάνει το 27,5% του πληθυσμού. Πρώτη εμφανίζεται η Βουλγαρία με 29%, ενώ τρίτη είναι η Ρουμανία με 27,4%». Την ίδια στιγμή, ενώ σε ευρωπαϊκό επίπεδο καταγράφεται τάση μείωσης της φτώχειας, στην Ελλάδα η εικόνα είναι αντίστροφη, με αύξηση κατά 0,6%. Πρόκειται για μια εξέλιξη που αποτυπώνει τη διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων.
Έρχονται ανατιμήσεις
έως 15% σε βασικά προϊόντα
Ο πληθωρισμός στην Ελλάδα καταγράφει νέα άνοδο, φτάνοντας το 4,6% από 3,4% τον προηγούμενο μήνα, όταν ο μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση κινείται περίπου στο 3%. Η εξέλιξη αυτή επιβεβαιώνει ότι η χώρα εξακολουθεί να βρίσκεται στις υψηλότερες θέσεις πληθωριστικών πιέσεων στην Ευρώπη, γεγονός που επιβαρύνει περαιτέρω την καθημερινότητα των πολιτών.
Η πίεση στα νοικοκυριά εντείνεται ακόμη περισσότερο από το κύμα ανατιμήσεων οι οποίες συνεχίζονται σε βασικά αγαθά. Ο κ. Ραυτόπουλος τονίζει πως «οι βιομηχανίες τροφίμων αποστέλλουν νέους τιμοκαταλόγους στις αλυσίδες σούπερ μάρκετ, με αυξήσεις που φτάνουν έως και το 15% σε προϊόντα πρώτης ανάγκης, όπως τυροκομικά, αλλαντικά, σοκολατοειδή, σαπούνια, ζύμες και απορρυπαντικά». Οι αυξήσεις αυτές, σε συνδυασμό με τη γενικότερη άνοδο του κόστους ζωής, δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα για τα εισοδήματα των πολιτών.
Shrinkflation:
Αόρατες αυξήσεις στα ράφια
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το φαινόμενο του shrinkflation στα ράφια των σούπερ μάρκετ. Πρόκειται για μια πρακτική κατά την οποία οι εταιρείες μειώνουν διακριτικά το βάρος ή τον όγκο των προϊόντων, διατηρώντας την τιμή ίδια ή και αυξάνοντάς την. Με αυτόν τον τρόπο, το πραγματικό κόστος ανά μονάδα προϊόντος αυξάνεται σημαντικά, χωρίς να γίνεται άμεσα αντιληπτό από τον καταναλωτή. Το φαινόμενο αυτό εντοπίζεται κυρίως σε προϊόντα καθημερινής κατανάλωσης, όπως σοκολάτες, δημητριακά, σνακ, μπισκότα, παγωτά, αλλά και σε είδη προσωπικής φροντίδας και καθαρισμού, όπως σαμπουάν, αφρόλουτρα και απορρυπαντικά.
Σύμφωνα με καταγγελίες και παρατηρήσεις στην αγορά, οι μειώσεις ποσοτήτων γίνονται σταδιακά και σχεδόν αθόρυβα: πατατάκια από 90 γραμμάρια γίνονται 70, γαριδάκια από 85 γραμμάρια μειώνονται σε 80, ενώ ακόμη και παγωτά από 142 γραμμάρια περιορίζονται σε 134,3 γραμμάρια. Την ίδια στιγμή, οι τιμές όχι μόνο δεν μειώνονται, αλλά σε πολλές περιπτώσεις αυξάνονται, οδηγώντας σε διπλή επιβάρυνση του καταναλωτή, με λιγότερο προϊόν και ακριβότερη τιμή.
Ο κ. Ραυτόπουλος σημειώνει ότι «από τη μία αυξάνουν τις τιμές και από την άλλη μειώνουν την ποσότητα, δημιουργώντας μια κατάσταση όπου ο καταναλωτής πληρώνει περισσότερα για λιγότερα».
Οι καταναλωτές πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί. Η σύγκριση τιμής ανά κιλό ή λίτρο θεωρείται απαραίτητη, καθώς μόνο έτσι μπορεί να αποτυπωθεί η πραγματική αξία ενός προϊόντος. Παράλληλα, απαιτείται προσοχή σε ενδείξεις όπως «νέο μέγεθος» ή «βελτιωμένη συνταγή», καθώς και σε «αλλαγές στο σχήμα» ή στις «διαστάσεις της συσκευασίας», οι οποίες συχνά υποκρύπτουν μείωση ποσότητας χωρίς αντίστοιχη μείωση τιμής.
Η συνολική εικόνα στην αγορά δείχνει επίσης αλλαγή στην καταναλωτική συμπεριφορά. Οι πολίτες πλέον πραγματοποιούν μικρότερες και συχνότερες αγορές, με τα γεμάτα καρότσια να έχουν αντικατασταθεί από μικρά και μισοάδεια καλάθια. Εκεί που κάποτε «οι αγορές κάλυπταν έναν ολόκληρο μήνα, σήμερα περιορίζονται σε λίγες ημέρες», σημειώνει ο κ. Ραυτόπουλος και προσθέτει πως αυτό «οφείλεται στη μείωση της αγοραστικής δυνατότητας των νοικοκυριών».
Τα πρόστιμα
δεν επιστρέφονται στους πολίτες
Την ίδια στιγμή, οι καταναλωτές καταγγέλλουν ότι τα πρόστιμα, ακόμη και όταν επιβάλλονται, δεν έχουν άμεσο αντίκτυπο σε όλους τους πολίτες. «Τα ποσά αυτά καταλήγουν στα δημόσια ταμεία και δεν επιστρέφονται στην κοινωνία μέσω μείωσης τιμών», τονίζει ο πρόεδρος της Ένωσης Εργαζομένων Καταναλωτών Ελλάδας και προσθέτει πως «η παραβίαση των κανόνων στην αγορά συχνά διαρκεί για μεγάλο χρονικό διάστημα πριν υπάρξει παρέμβαση».
Οι καταναλωτές μιλούν για αναποτελεσματικότητα των κυβερνητικών μέτρων και ζητούν πιο δομικές παρεμβάσεις, όπως η μείωση του ΦΠΑ στα τρόφιμα και του ειδικού φόρου κατανάλωσης. Παρόμοιες πολιτικές έχουν εφαρμοστεί σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Κύπρος, η Πορτογαλία, η Ισπανία και η Ιταλία, με μόνιμες μειώσεις φόρων ή ακόμη και μηδενισμό ΦΠΑ σε βασικά αγαθά.
Η συζήτηση για την ακρίβεια δεν αφορά μόνο στις τιμές στο ράφι, αλλά συνολικά τη δυνατότητα των πολιτών να ανταποκριθούν στο αυξανόμενο κόστος ζωής, το οποίο δεν περιορίζεται στα τρόφιμα αλλά επεκτείνεται και στα ενοίκια, στην ενέργεια και στις βασικές υπηρεσίες. «Υπάρχει αύξηση των ενοικίων κατά 7,8%. Αν υπολογίσουμε μόνο το ενοίκιο και το σούπερ μάρκετ, χωρίς καν να προσθέσουμε τις υπόλοιπες αναγκαίες δαπάνες, όπως είναι ρεύμα, νερό και τηλέφωνο, το εισόδημα δεν επαρκεί», καταλήγει ο κ. Ραυτόπουλος.




































