Οι τέσσερις ελληνικές συστημικές τράπεζες κατέγραψαν συνολικά καθαρά κέρδη 4,3 δισ. ευρώ το 2024, σημειώνοντας αύξηση 18% σε ετήσια βάση, σύμφωνα με την DBRS. Τα αποτελέσματα ενισχύθηκαν από τα υψηλότερα καθαρά έσοδα από τόκους (NII), τις αυξημένες προμήθειες, τον έλεγχο του κόστους και τις μειωμένες προβλέψεις για ζημίες δανείων (LLPs). Επιπλέον, η εξαγορά της Ελληνικής Τράπεζας από τη Eurobank είχε θετική συνεισφορά στα κέρδη. Η μέση απόδοση ιδίων κεφαλαίων (ROE) διαμορφώθηκε στο 13% το 2024, έναντι 12% το προηγούμενο έτος.
Η DBRS επισημαίνει ότι τα NII διατηρήθηκαν σε υψηλά επίπεδα, κυρίως λόγω της αύξησης των εταιρικών δανείων, παρά τη μείωση των επιτοκίων. Παράλληλα, οι καθαρές προμήθειες αυξήθηκαν σημαντικά το 2024, ενώ η λειτουργική αποτελεσματικότητα παρέμεινε ισχυρή. Παρόλο που τα έσοδα των ελληνικών τραπεζών εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τα NII, η DBRS εκτιμά ότι η αύξηση των δανείων, η ενισχυμένη εστίαση σε επενδύσεις, η διαχείριση περιουσιακών στοιχείων και οι προμήθειες από bancassurance, σε συνδυασμό με τις θετικές οικονομικές προοπτικές της Ελλάδας συγκριτικά με την Ευρώπη, θα μετριάσουν τις επιπτώσεις των χαμηλότερων επιτοκίων, των γεωπολιτικών εντάσεων και των εμπορικών κινδύνων.
Το κόστος κινδύνου (COR) μειώθηκε το 2024, λόγω της βελτίωσης της ποιότητας των περιουσιακών στοιχείων και της σταθερής αύξησης των δανείων, ενισχύοντας περαιτέρω τα προφίλ κινδύνου. Η χρηματοδότηση και η ρευστότητα των τραπεζών παρέμειναν υγιείς, παρά τη μειωμένη στήριξη από την κεντρική τράπεζα λόγω αποπληρωμής των TLTRO. Οι τράπεζες χρηματοδοτούνται κυρίως μέσω καταθέσεων, οι οποίες αντιπροσώπευαν το 89% της συνολικής χρηματοδότησης το 2024, με σημαντική αύξηση λόγω της ενσωμάτωσης της Ελληνικής Τράπεζας στη Eurobank. Οι προθεσμιακές καταθέσεις σταθεροποιήθηκαν στο 27% του συνόλου. Ο δείκτης κάλυψης ρευστότητας (LCR) ξεπέρασε το 200%, ενώ οι δείκτες NSFR και LTD διαμορφώθηκαν στο 136% και 67% αντίστοιχα.
Τα κεφαλαιακά αποθέματα ενισχύθηκαν και η ποιότητα κεφαλαίου βελτιώθηκε, προσφέροντας μεγαλύτερη στρατηγική ευελιξία. Παρότι τα μερίσματα και οι επαναγορές μετοχών παραμένουν προτεραιότητα, οι ελληνικές τράπεζες εξετάζουν και άλλες επιλογές ανάπτυξης, όπως συγχωνεύσεις και εξαγορές.
Το 2024, τα συνολικά έσοδα αυξήθηκαν κατά 8%, κυρίως λόγω της ανόδου των NII και των καθαρών προμηθειών, με μικρότερη συνεισφορά από εμπορικά και άλλα έσοδα. Οι χαμηλότεροι τόκοι υπεραντισταθμίστηκαν από την αύξηση των δανείων, τη μεγαλύτερη συνεισφορά από τίτλους σταθερού εισοδήματος και τα οφέλη από την αντιστάθμιση επιτοκίων. Οι νέες εκταμιεύσεις δανείων, οι οποίες ήταν ισχυρότερες στην Ελλάδα σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη, συνέβαλαν στην αντιστάθμιση των αρνητικών επιπτώσεων των μειούμενων επιτοκίων.
Οι καθαρές προμήθειες αυξήθηκαν κατά 17% σε ετήσια βάση, υποστηριζόμενες από παραδοσιακές τραπεζικές υπηρεσίες, πληρωμές, cross selling επενδυτικών προϊόντων και bancassurance. Το μερίδιο των καθαρών προμηθειών στα συνολικά έσοδα διαμορφώθηκε στο 19%, με την DBRS να εκτιμά περαιτέρω αύξηση λόγω στρατηγικών πρωτοβουλιών. Ωστόσο, τα κυβερνητικά μέτρα για μείωση συγκεκριμένων τραπεζικών προμηθειών από το 2025 ενδέχεται να περιορίσουν μέρος της αναμενόμενης ανόδου των εσόδων.
Τα λειτουργικά έξοδα αυξήθηκαν κατά 9%, κυρίως λόγω της εξαγοράς της Ελληνικής Τράπεζας. Παρά τις υψηλότερες δαπάνες προσωπικού και επενδύσεις σε ψηφιοποίηση, ο δείκτης κόστους προς εισόδημα παρέμεινε σταθερός στο 34%. Τα κέρδη προ προβλέψεων και φόρων αυξήθηκαν κατά 8% σε ετήσια βάση.
Οι προβλέψεις για ζημίες δανείων (LLPs) μειώθηκαν κατά 29% λόγω περιορισμένων νέων εισροών μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (NPEs) και της συνεχιζόμενης βελτίωσης του κινδύνου. Το κόστος κινδύνου (COR) διαμορφώθηκε στις 69 μονάδες βάσης, χαμηλότερα από προηγούμενα έτη, αν και παραμένει πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η DBRS βλέπει περιθώρια περαιτέρω μείωσης του COR, υπό την προϋπόθεση ότι οι κίνδυνοι ποιότητας ενεργητικού παραμείνουν υπό έλεγχο και η ελληνική οικονομία συνεχίσει να στηρίζει τη δανειοδοτική δραστηριότητα.
Η ποιότητα του ενεργητικού των τραπεζών βελτιώθηκε το 2024, με πωλήσεις NPEs, περιορισμένες νέες εισροές και σημαντική αύξηση χαρτοφυλακίων δανείων. Ο δείκτης ακαθάριστων και καθαρών NPEs μειώθηκε στο 2,9% και 0,8% αντίστοιχα, ενώ το ποσοστό κάλυψης NPEs αυξήθηκε στο 74%. Η μείωση των επιτοκίων και η ισχυρή ελληνική οικονομία υποστήριξαν την αύξηση των δανείων, με τα εταιρικά δάνεια να αυξάνονται κατά 14,2% – ρυθμός πολύ υψηλότερος από την Ευρωζώνη. Η χρηματοδότηση έργων ανάπτυξης ενίσχυσε την τραπεζική δραστηριότητα στο τελευταίο τρίμηνο του 2024.
Οι γεωπολιτικές εντάσεις και οι εμπορικοί δασμοί ενδέχεται να επηρεάσουν αρνητικά την ανάπτυξη δανείων το 2025, σύμφωνα με την DBRS. Ωστόσο, οι ευνοϊκές οικονομικές προοπτικές της Ελλάδας και τα ευρωπαϊκά κονδύλια ανάκαμψης αναμένεται να μετριάσουν αυτούς τους κινδύνους.
Η κεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών ενισχύθηκε το 2024, λόγω υψηλών κερδών, ισχυρότερων ισολογισμών και ενεργειών διαχείρισης κεφαλαίου, παρά τις αυξημένες επιστροφές στους μετόχους, την άνοδο των δανείων και τις συγχωνεύσεις. Ο δείκτης CET1 fully loaded ανήλθε σε 16,2%, ενώ ο συνολικός δείκτης κεφαλαίου στο 20,3%. Τα αποθέματα ασφαλείας υπερέβησαν τις ελάχιστες απαιτήσεις κατά 620 μ.β. για το CET1 και 550 μ.β. για το συνολικό κεφάλαιο.
Η ποιότητα κεφαλαίου βελτιώθηκε, με τα DTCs να μειώνονται στο 49% του CET1, από 56% το 2023, με προοπτική περαιτέρω μείωσης μέσω επιταχυμένων αποσβέσεων. Παρότι η διανομή κερδών παραμένει προτεραιότητα, οι τράπεζες εξετάζουν και εναλλακτικές στρατηγικές ανάπτυξης μέσω συγχωνεύσεων και εξαγορών για να ενισχύσουν τη λειτουργική τους κλίμακα και διαφοροποιήσουν τα επιχειρηματικά τους μοντέλα.




































