Μακριά από τη διαχείριση των Κόκκινων δανείων θα μείνουν τελικά τα επιθετικά funds και τα λεγόμενα «κοράκια» των αγορών. Η είσπραξη του 60% των απαιτήσεων αυτών θα αναληφθεί από τις τράπεζες αφού η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ανοίγει «παράθυρο» για την διαχείριση της πλειοψηφίας των δανείων αυτών από το τραπεζικό σύστημα. Από την άλλη πλευρά οι τράπεζες θα έχουν τη δυνατότητα να εντάξουν σχεδόν το σύνολο των δανείων αυτών – υπολογίζεται άνω του 60% – σε “καλάθι” τιτλοποιημένων απαιτήσεων (ABS) που να πληρούν τους κανόνες αποδοχής της ΕΚΤ και να τα δώσουν ως εγγυήσεις στην ΕΚΤ.
Όπως αναφέρει σε απάντησή του στο ανεξάρτητο ευρωβουλευτή Νότη Μαριά ο πρόεδρος της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι και στην Ελλάδα μπορεί να υπάρξει αντίστοιχη λύση με αυτή της Ιταλίας και να ενταχτούν τα Κόκκινα δάνεια σε ειδικό «καλάθι» προϊόντων που θα δημιουργήσουν οι τράπεζες . Ειδικότερα ο Μάριο Ντράγκι επισημαίνει «με σαφή και κατηγορηματικό τρόπο ότι “στο Μνημόνιο Συνεννόησης που έχει υπογραφεί με την Ελλάδα δεν περιλαμβάνεται ειδική απαίτηση η οποία να υποχρεώνει τις ελληνικές τράπεζες να πωλούν τα μη εξυπηρετούμενα δάνειά τους” τινάζοντας στον αέρα τις μεθοδεύσεις εγχώριων και ξένων κύκλων να πωληθούν άρον-άρον τα “κόκκινα δάνεια” στα διάφορα κοράκια. Στην απάντησή του ο Μ. Ντράγκι επισημαίνει επίσης ότι “επαφίεται πλήρως στα ελληνικά πιστωτικά ιδρύματα […] να αποφασίζουν, βάσει καθαρά εμπορικών κριτηρίων, ποια εργαλεία χρησιμοποιούν κατά τη διαδικασία διευθέτησης μη εξυπηρετούμενων δανείων”.
Ειδικότερα οι τράπεζες σχεδιάζουν να αντιμετωπίσουν με τη δημιουργία ειδικών μονάδων εσωτερικής διαχείρισης τα Κόκκινα δάνεια αφού εκτιμάται ότι μπορούν να ρυθμίσουν το 60% των δανείων που έχουν χορηγήσει , άλλο 20% να ρευστοποιήσουν ενώ το 20% των πιο δύσκολων περιπτώσεων θα μεταβιβάσουν τελικά στα επιθετικά funds. Έτσι εκτιμάται ότι στο τραπεζικό σύστημα θα επιστρέψουν σε ορίζοντα χρόνου περί 60-70 δις ευρώ από τα 100 δις ευρώ συνολικά που υπολογίζεται σήμερα το ύψος των Κόκκινων δανείων. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι η αγορά των ακινήτων δεν πρόκειται να κατακλυστεί με χιλιάδες προς πώληση ακίνητα ενώ οι δανειολήπτες στην πλειοψηφία τους – εκτός ακραίων περιπτώσεων- θα έχουν να κάνουν με τις τράπεζες να να συμφωνήσουν με αυτές την αποπληρωμή των δανείων τους.
Σημειώνεται ότι τη στενή συσχέτιση της ύφεσης με την άνοδο των «κόκκινων» δανείων επιβεβαιώνει η μελέτη των οικονομολόγων της Eurobank που δημοσιεύθηκε χτες που διαπιστώνει ότι , κάθε μία μονάδα συρρίκνωσης του ΑΕΠ οδηγεί σε αύξηση κατά 0,4% των προβληματικών δανείων.
Σε αντίθεση με την εμπειρία άλλων χωρών του ευρωπαϊκού Νότου, η μεγάλη αύξηση των «κόκκινων» δανείων στην Ελλάδα από το 2008 και μετά, οφείλεται κυρίως στην πρωτοφανή σε μέγεθος και διάρκεια ύφεση που κατέγραψε η ελληνική οικονομία και όχι στην πολιτική δανειοδοτήσεων που ακολούθησαν τα μεγαλύτερα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα της χώρας την περίοδο πριν από το ξέσπασμα της παγκόσμιας κρίσης.
Η μετάδοση της επίπτωσης μιας συρρίκνωσης του ΑΕΠ ή/και αύξησης του ποσοστού ανεργίας στον λόγο προβληματικών δανείων προς σύνολο δανείων λαμβάνει χώρα σχετικά σύντομα σε δύο με τρία τρίμηνα, αναφέρει η μελέτη, ενώ τεκμηριώνει την ύπαρξη αιτιώδους σχέσης αντίθετης κατεύθυνσης, δηλαδή από τον λόγο προβληματικών δανείων προς το ΑΕΠ και το ποσοστό ανεργίας της Ελλάδας.
Ειδικότερα, η αύξηση των προβληματικών δανείων συμβάλλει αρνητικά από την πλευρά της στην εξέλιξη της οικονομικής δραστηριότητας μέσω των δυσμενών επιπτώσεων που έχει στην κεφαλαιακή επάρκεια και τα χρηματοοικονομικά αποτελέσματα των ελληνικών τραπεζών και στην ευχέρειά τους να παράσχουν νέες πιστώσεις σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Οι οικονομολόγοι της Eurobank καταλήγουν και σε επιμέρους συμπεράσματα, όπως ότι μια μείωση του ρυθμού μεταβολής του ΑΕΠ ή/και αύξηση του ποσοστού ανεργίας συμβάλλει σε ταχύτερη και μεγαλύτερη σε μέγεθος αύξηση του λόγου των επιχειρηματικών και των καταναλωτικών δανείων από ό,τι αυτού των στεγαστικών δανείων. Το ίδιο ισχύει και για την επίπτωση του πραγματικού μεσοσταθμικού επιτοκίου επί των δανείων αυτών.
Τα ευρήματα αυτά σχετίζονται ενδεχομένως με σειρά ιδιοσυγκρασιακών παραγόντων όπως για παράδειγμα, το σχετικά υψηλό ποσοστό ιδιοκατοίκησης στην Ελλάδα, καθώς και το γεγονός ότι τα στεγαστικά δάνεια φέρουν εμπράγματες εξασφαλίσεις που συνδέονται με το υποκείμενο ακίνητο. Επιπροσθέτως, σε αντίθεση με την περίπτωση των καταναλωτικών δανείων, σημαντικό μέρος των στεγαστικών δανείων φέρει σταθερό επιτόκιο.






































