Όταν το 19% των ελληνικών νοικοκυριών δηλώνει ότι δεν μπορεί να ζεστάνει το σπίτι του, δεν μιλάμε για «στατιστική αστοχία». Μιλάμε για πολιτική αποτυχία με ονοματεπώνυμο: κυβέρνηση Μητσοτάκη.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat για το 2024, η Ελλάδα μοιράζεται την πρώτη -και ντροπιαστική- θέση στην ενεργειακή φτώχεια με τη Βουλγαρία, με ποσοστό υπερδιπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου (9,2%). Την ώρα που χώρες όπως η Φινλανδία κινούνται στο 2,7% και η Πολωνία στο 3,3%, η «ισχυρή Ελλάδα» των success stories αφήνει τους πολίτες της να παγώνουν.
Αυτό δεν είναι φυσιολογικό φαινόμενο. Είναι αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών. Από το 2019 και μετά, το κόστος της ενέργειας -ιδίως του ρεύματος- εκτινάχθηκε, τα εισοδήματα έμειναν στάσιμα και η κρατική παρέμβαση περιορίστηκε σε αποσπασματικά επιδόματα-ασπιρίνες. Η κυβέρνηση προτίμησε να προστατεύσει τα υπερκέρδη της αγοράς ενέργειας αντί να θωρακίσει τα νοικοκυριά. Προτίμησε την επικοινωνία από τη μόνωση των σπιτιών, τα δελτία Τύπου από μια σοβαρή στεγαστική και ενεργειακή πολιτική.
Η Ελλάδα δεν υστερεί σε κρύο έναντι άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Υστερεί σε πολιτική βούληση. Με παλιά, ενεργοβόρα σπίτια, χαμηλούς μισθούς και ακρίβεια που καταπίνει το εισόδημα πριν τελειώσει ο μήνας, η ενεργειακή φτώχεια γίνεται κανονικότητα. Και ενώ στην Ευρώπη το πρόβλημα υποχωρεί, εδώ παγιώνεται.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης μιλά για ανάπτυξη, αλλά αυτή δεν φτάνει ποτέ στο καλοριφέρ. Μιλά για μεταρρυθμίσεις, αλλά αυτές δεν ζεσταίνουν σπίτια. Μιλά για ευρωπαϊκή Ελλάδα, ενώ τα στοιχεία τη σπρώχνουν στην ευρωπαϊκή ουρά. Μια κυβέρνηση κρίνεται όχι από τα λόγια της, αλλά από το αν οι πολίτες της μπορούν να ζήσουν με αξιοπρέπεια.
Και σήμερα, χιλιάδες Έλληνες απλώς… τρέμουν από το κρύο.






































