Σε συνέχεια των δηλώσεων που έγιναν από τον Υπουργό Εξωτερικών αναφορικά με την τροπολογία για το μεταναστευτικό ζήτημα, ο Ευάγγελος Βενιζέλος επανέρχεται στην επικαιρότητα, αμφισβητώντας ρητά τις θέσεις που εξέφρασε η κυβέρνηση. Υπογραμμίζει ότι η γλώσσα που χρησιμοποιείται από την πλευρά της εκτελεστικής εξουσίας είναι εν πολλοίς επικοινωνιακή και υπερβολική, με αποτέλεσμα να υποβαθμίζει τη σημασία και την αξία των διεθνών νομικών υποχρεώσεων της χώρας, ειδικά όσον αφορά τα ανθρώπινα δικαιώματα όπως αυτά καθορίζονται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση.
Αντιδρώντας στις αναφορές του κ. Γεραπετρίτη, ο κ. Βενιζέλος επισημαίνει πως η παραδοχή ότι εφαρμόζονται μέτρα αντίθετα με τις προβλέψεις της Σύμβασης συνεπάγεται τη χρήση του άρθρου 15 της ίδιας, το οποίο αφορά τις περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης. Ωστόσο, η παραπάνω θέση υποδηλώνει ταυτόχρονα παραβίαση του ελληνικού Συντάγματος, δεδομένου ότι τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται σε αυτήν τη Σύμβαση είναι επίσης συνταγματικά κατοχυρωμένα και τα δικαστήρια έχουν τη δυνατότητα να ελέγχουν τη συμβατότητα της νομοθεσίας τόσο με το εθνικό όσο και με το ευρωπαϊκό και διεθνές δίκαιο.
Περαιτέρω, ο κ. Βενιζέλος αναφέρει πως το άρθρο 3 της Σύμβασης, που απαγορεύει ρητά οποιαδήποτε απάνθρωπη ή εξευτελιστική συμπεριφορά, παραμένει σε ισχύ ανεξάρτητα από τις διατάξεις του άρθρου 15, και ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων βασίζει τις αποφάσεις του κυρίως σε αυτήν τη διάταξη, ιδιαίτερα σε υποθέσεις που αφορούν μετανάστες και πρόσφυγες.
Τέλος, ο πρώην πολιτικός καταλήγει ότι η επιχειρηματολογία της κυβέρνησης εμφανίζει σοβαρά νομολογιακά κενά και λογικές ασυνέπειες, με συνέπεια να είναι δύσκολο να υπερασπιστείται νομικά τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο, καθώς επιχειρεί να συνδυάσει μια αυστηρή ρητορική με παράλληλη διαβεβαίωση απόλυτης τήρησης του Συντάγματος, αλλά όχι απαραίτητα της Ευρωπαϊκής Σύμβασης.






































