Γράφει η Ιωάννα Λιούτα*
Η ενδιάμεση έκθεση του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ για το 2025 ξεσκεπάζει με αριθμούς αυτό που η κοινωνία βιώνει καθημερινά. H ελληνική οικονομία τρέχει, αλλά προς λάθος κατεύθυνση. Η κυβερνητική αφήγηση πανηγυρίζει για ρυθμούς ανάπτυξης πάνω από τον μέσο όρο της Ε.Ε. Όμως, η πραγματική ερώτηση δεν είναι πόσο γρήγορα τρέχουμε, αλλά ποιοι φτάνουν στον προορισμό.
Η σύγκλιση με την Ευρώπη αποδεικνύεται σχεδόν κατ’ επίφαση. Παρά τα χρόνια «ισχυρής μεγέθυνσης», η Ελλάδα βελτίωσε το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε όρους αγοραστικής δύναμης μόλις κατά 3 μονάδες την περίοδο 2019-2024. Την ίδια στιγμή, χώρες όπως η Βουλγαρία κάλυψαν 11 μονάδες. Δηλαδή, κράτη με χαμηλότερο σημείο εκκίνησης κινούνται ταχύτερα, ενώ η Ελλάδα παραμένει κολλημένη σε μια παγίδα χαμηλής σύγκλισης. Αυτό δεν είναι ατυχία, είναι αποτέλεσμα πολιτικής.
Το χάσμα ευημερίας με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο παραμένει τεράστιο, 14.600 ευρώ λιγότερο πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ το 2024. Πρόκειται για μια διαφορά που δεν γεφυρώνεται με επικοινωνιακές επιτυχίες, ούτε με χρηματιστηριακούς δείκτες. Είναι η υλική αποτύπωση ενός μοντέλου που παράγει ανάπτυξη χωρίς κοινωνική αναβάθμιση.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η σύνθεση των επενδύσεων. Η ανάκαμψη δεν στηρίζεται στη βιομηχανία, στην τεχνολογία, στην έρευνα ή στον παραγωγικό εκσυγχρονισμό. Στηρίζεται στις κατοικίες. Από 7,1% των συνολικών επενδύσεων το 2019, φτάνουν στο 19% το 2025. Την ίδια ώρα, οι επενδύσεις σε εξοπλισμό, πληροφορική και τεχνολογία, δηλαδή εκείνες που αυξάνουν την παραγωγικότητα και τους μισθούς, υποχωρούν.
Με απλά λόγια, χτίζουμε ακίνητα αντί να χτίζουμε παραγωγική βάση. Το real estate αντικαθιστά την αναπτυξιακή στρατηγική. Τα funds και οι μεγάλοι ιδιοκτήτες κερδίζουν, ενώ η οικονομία χάνει μέλλον.
Το αποτέλεσμα είναι ένα βαθιά ελλειμματικό μοντέλο. Η ελληνική οικονομία παραμένει καταναλωκεντρική, με την ιδιωτική κατανάλωση να αγγίζει το 67,7% του ΑΕΠ. Παράγουμε λίγα, εισάγουμε πολλά και χρηματοδοτούμε την «ανάπτυξη» με ελλείμματα. Το εμπορικό ισοζύγιο επιδεινώνεται, από 0,8% του ΑΕΠ το 2019 στο 3,9% το 2025. Πρόκειται για κλασικό σύμπτωμα μιας οικονομίας που δεν μετασχηματίζεται, αλλά ανακυκλώνει τις αδυναμίες της.
Αυτή η εικόνα δεν είναι ουδέτερη ταξικά. Η μεγέθυνση που βασίζεται στην κατανάλωση, στα ακίνητα και στις εισαγωγές ευνοεί συγκεκριμένα συμφέροντα, μεγάλους ομίλους, τραπεζικό κεφάλαιο, κερδοσκοπία γης. Δεν δημιουργεί ανθεκτικές θέσεις εργασίας, δεν αυξάνει διατηρήσιμα τα εισοδήματα, δεν μειώνει τις ανισότητες. Αντίθετα, παγιώνει την εξάρτηση και διευρύνει το κοινωνικό χάσμα.
Η κυβέρνηση παρουσιάζει αυτή την πορεία ως «μονόδρομο». Τα στοιχεία του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ αποδεικνύουν το αντίθετο, πρόκειται για συνειδητή επιλογή. Επιλογή υπέρ μιας ανάπτυξης χωρίς σύγκλιση, χωρίς παραγωγικό μετασχηματισμό και χωρίς κοινωνική δικαιοσύνη. Μια ανάπτυξη που δουλεύει για τους λίγους και αφήνει τους πολλούς να μετρούν ποσοστά χωρίς αντίκρισμα.
Γιατί όταν η οικονομία «μεγαλώνει» αλλά η χώρα δεν πλησιάζει την Ευρώπη, όταν οι επενδύσεις αυξάνονται αλλά η παραγωγικότητα βαλτώνει, τότε το πρόβλημα δεν είναι τεχνικό. Είναι βαθιά πολιτικό και βαθιά ταξικό.
*Πολιτική και οικονομική αναλύτρια






































