fbpx

Ο πολιτικός Μίκης: Η διαδρομή του σπουδαίου Έλληνα στους αγώνες

0 113

Πολιτικοποιημένος από τα γεννοφάσκια του, ο Μίκης Θεοδωράκης έζησε μία γεμάτη και πολυτάραχη ζωή. Εξορίστηκε, βασανίστηκε, κυνηγήθηκε όσο λίγοι και έγινε διεθνές σύμβολο ειρήνης και ανθρωπισμού, αποτελώντας ίσως τον πλέον αναγνωρίσιμο Έλληνα διεθνώς. Αν και υπήρξε πάντοτε στρατευμένος στις κοινωνικές αξίες της Αριστεράς, ουδέποτε εγκλωβίστηκε σε κομματικά στεγανά και αναζητούσε διαρκώς τρόπο έκφρασης και υλοποίησης των «πιστεύω» του για το κοινό καλό, ξεσηκώνοντας πολλές φορές αντιδράσεις.

Στην Τρίπολη της Αρκαδίας, όπου πέρασε το μεγαλύτερο κομμάτι των παιδικών και εφηβικών του χρόνων, εντάχθηκε στην αντίσταση κατά των κατακτητών, σε ηλικία μόλις 17 ετών. Στη μεγάλη διαδήλωση της 25ης Μαρτίου 1943 συλλαμβάνεται για πρώτη φορά από τους Ιταλούς και βασανίζεται. Διαφεύγει στην Αθήνα, όπου οργανώνεται στον ΕΛΑΣ και εκτελεί χρέη διαφωτιστή στον Πέμπτο Τομέα της ΕΠΟΝ, ενώ αγωνίζεται και σαν διμοιρίτης της Μεταξωτής διμοιρίας του 1ου τάγματος της Νέας Σμύρνης κατά τα Δεκεμβριανά.

Μετά τα Δεκεμβριανά, καταδιώκεται από τις αστυνομικές αρχές. Για ένα διάστημα ζει παράνομα στην Αθήνα, αλλά συλλαμβάνεται στις μαζικές συλλήψεις στις 9 και 10 Ιουλίου 1947. Στέλνεται εξόριστος, αν και με σχετική ελευθερία κινήσεων, στην Ικαρία όπου είναι ο κομματικός υπεύθυνος του χωριού εξορίας, από όπου θα προσπαθήσει ανεπιτυχώς να αποδράσει με τους άλλους εξόριστους, υπό τον Βασίλη Ζάννο.

Με τη γενικευμένη αμνηστία που δίνει η κυβέρνηση Σοφούλη φεύγει από την Ικαρία και περνάει στην παρανομία. Συμμετέχει σε ένοπλες ομάδες του Δημοκρατικού Στρατού Αθηνών και βρίσκεται στην ομάδα του Παύλου Παπαμερκουρίου.

Συλλαμβάνεται ξανά στο σπίτι του πατέρα του, όπου βρήκε καταφύγιο όντας άρρωστος από πλευρίτιδα, αλλά στη συνέχεια στέλνεται ξανά εξόριστος στην Ικαρία, αυτή τη φορά σε συνθήκες πειθαρχηµένης διαβίωσης για λίγους μήνες. Εν συνεχεία, στέλνεται στο στρατόπεδο της Μακρονήσου όπου βασανίζεται μέχρι παράλυσης. Τελικά, μετά από παρέμβαση του πατέρα και του θείου του, ανώτερων κρατικών υπαλλήλων, απολύεται ως ανάπηρος και στα τέλη του 1949 στέλνεται στα Χανιά, όπου και αναρρώνει.

Το 1950 επιστρέφει στην Αθήνα, τελειώνει το Ωδείο και υπηρετεί το υπόλοιπο της στρατιωτικής θητείας του σε Αλεξανδρούπολη, Αθήνα και Χανιά. Λόγω των συνεχών προκλήσεων που αντιμετώπιζε στον στρατό, το 1950 φτάνει στην απόπειρα αυτοκτονίας. Διαφεύγει, ευτυχώς, τον κίνδυνο και το 1951 απολύεται οριστικά από τον στρατό. Το 1954 μεταναστεύει με κρατική υποτροφία στο Παρίσι, όπου θα παραμείνει μέχρι το 1960.

Το 1960 επιστρέφει στην Ελλάδα και αφιερώνεται στη μουσική. Είναι η εποχή που ο Μίκης θα χαράξει τον δικό του νέο δρόμο στο ελληνικό τραγούδι, μελοποιώντας μεγάλους ποιητές και δίνοντας έργα όπως ο «Επιτάφιος», τα «Επιφάνεια» και το «Άξιον Εστί».

Το 1963, μετά τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη, ιδρύεται η «Νεολαία Λαμπράκη», της οποίας εκλέγεται Πρόεδρος. Την ίδια εποχή εκλέγεται βουλευτής της ΕΔΑ.

Την 21η Απριλίου του 1967, μετά το πραξικόπημα, περνάει και πάλι στην παρανομία και απευθύνει την πρώτη έκκληση για αντίσταση κατά της Δικτατορίας στις 23 Απριλίου. Τον Μάιο του 1967 ιδρύει μαζί με άλλους την πρώτη αντιστασιακή οργάνωση κατά της Δικτατορίας, το ΠΑΜ και εκλέγεται πρόεδρός του.

Συλλαμβάνεται τον Αύγουστο του 1967. Ακολουθεί η φυλάκισή του στην οδό Μπουμπουλίνας, η απομόνωση, οι φυλακές Αβέρωφ, η μεγάλη απεργία πείνας, το νοσοκομείο, η αποφυλάκιση και ο κατ’ οίκον περιορισμός, η εκτόπιση με την οικογένειά του στη Ζάτουνα Αρκαδίας και τέλος το στρατόπεδο Ωρωπού. Στον Ωρωπό η κατάσταση της υγείας του επιδεινώνεται, κάτι που δημιουργεί θύελλα διαμαρτυριών στο εξωτερικό, με πολλές προσωπικότητες της τέχνης να πιέζουν για την απελευθέρωσή του.

Υπό την πίεση αυτή η χούντα αναγκάζεται να τον αποφυλακίσει και ο Μίκης μεταβαίνει εκ νέου στο Παρίσι τον Απρίλιο του 1970. Στο εξωτερικό απευθύνει νέο κάλεσμα για την πτώση της δικτατορίας και την επαναφορά της Δημοκρατίας.

Το 1974 με την πτώση της Δικτατορίας, γυρίζει στην Ελλάδα. Αποτελώντας πλέον ένα πρόσωπο με τεράστια διεθνή αναγνώριση και χωρίς κομματικές δεσμεύσεις, δεν διστάζει να μιλήσει για τα λάθη της Αριστεράς, χωρίς να πάψει να υπερασπίζεται την ενότητά της.

Κορυφαία προσωπικότητα και σύμβολο του αντιδικτατορικού αγώνα, ο Θεοδωράκης απευθύνεται πλέον σε ένα ευρύτερο κοινό, που δεν υπάγεται απαραίτητα στην Αριστερά και τάσσεται υπέρ της λύσης Κωνσταντίνου Καραμανλή, θεωρώντας τον το μόνο πρόσωπο που μπορεί να εγγυηθεί τη μετάβαση στη δημοκρατία, τη δεδομένη στιγμή. Βάζει υποψηφιότητα για τη Β’ Πειραιά με τον σχηματισμό της Ενωμένης Αριστεράς, αλλά δεν εκλέγεται.

Τον Οκτώβριο του 1978 κατεβαίνει υποψήφιος δήμαρχος Αθηναίων με το ΚΚΕ, λαμβάνοντας ποσοστό 16,7% των ψήφων. Εν συνεχεία συγκροτεί την Κίνηση για Ενιαία Αριστερά (ΚΕΑ), φιλοδοξώντας να συσπειρώσει ανθρώπους που επιθυμούν μια ανεξάρτητη, χωρίς κομματική ένταξη, συνεργασία με το ΚΚΕ.

Το 1981 εκλέγεται βουλευτής με το ΚΚΕ στη Β’ Πειραιά και το 1985, ξανά με το ΚΚΕ, εκλέγεται βουλευτής Επικρατείας. Έναν χρόνο αργότερα θα παραιτηθεί.

Επιστρέφει στη Βουλή τον Νοέμβριο του 1989, ως ανεξάρτητος, συνεργαζόμενος με τη Νέα Δημοκρατία, έχοντας δηλώσει τη στήριξη του στην επιχείρηση «κάθαρσης» για την οποία συνεργάστηκαν τότε Ν.Δ. και ΚΚΕ.

Επανεκλεγείς τον Απρίλιο του 1990, θα αναλάβει χρέη, για δυόμισι χρόνια, υπουργού άνευ χαρτοφυλακίου και στη συνέχεια υπουργού Επικρατείας, για να παραιτηθεί όμως και πάλι, τον Οκτώβριο του 1992 από υπουργός και τον Μάρτιο του 1993 από βουλευτής.

Τον Δεκέμβριο του 2010 ανακοινώνει την ίδρυση ενός Κινήματος Ανεξάρτητων Πολιτών με την ονομασία «Σπίθα», αλλά τον Σεπτέμβριο του 2013 αποστρατεύει εαυτόν από το κίνημα. Αν και το 2015 υποστήριξε ανοιχτά την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, αργότερα της άσκησε έντονη κριτική. Η τελευταία πολιτική πράξη του ήταν η συμμετοχή του στο αθηναϊκό συλλαλητήριο του Φεβρουαρίου του 2018 για τη Μακεδονία, κίνηση που προκάλεσε πολλές και διαφορετικές αντιδράσεις, από ολόκληρο το πολιτικό φάσμα.

Αν και το 1997 δήλωνε για το Μακεδονικό, πως «το όνομα δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία, αρκεί οι λαοί να ζήσουν ειρηνικά», στο συλλαλητήριο του Συντάγματος ο Μίκης ανέφερε στον φορτισμένο συναισθηματικά λόγο του, πως «Η Μακεδονία είναι μία, ήταν, είναι και θα είναι πάντα ελληνική».

Ήταν μία δήλωση που επικροτήθηκε μέχρι και από βουλευτές της Χρυσής Αυγής, ενώ σχολιάστηκε αρνητικά από πλήθος προσώπων της Αριστεράς, κοινοβουλευτικής και εξωκοινοβουλευτικής.

Αφήστε μια απάντηση

Η διεύθυνση email σας δεν θα δημοσιευθεί.

This website uses cookies to improve your experience. We'll assume you're ok with this, but you can opt-out if you wish. Accept Read More