Του Βασίλη Ταλαμάγκα
Η γεωπολιτική σκακιέρα στη Μέση Ανατολή εισέρχεται σε μια νέα, επικίνδυνη φάση, καθώς μετά την πρόσφατη αποτυχία των διπλωματικών επαφών, η Τεχεράνη ανασύρει εκ νέου από τη φαρέτρα της το πιο ισχυρό της όπλο, τον έλεγχο των Στενών του Ορμούζ.
Ιρανοί αξιωματούχοι, σε μια συντονισμένη προσπάθεια επίδειξης ισχύος, στέλνουν μηνύματα ανθεκτικότητας και αποτροπής, υπογραμμίζοντας ότι η Τεχεράνη δεν περιορίζεται πλέον σε αμυντική στάση, αλλά προβάλλει την κυριαρχία της στο πέρασμα των Στενών του Ορμούζ ως το μοναδικό μέσο επιβίωσης απέναντι στις πιέσεις της Δύσης. Στο επίκεντρο αυτής της στρατηγικής βρίσκεται η πρόταση που μετέφερε η ιρανική αντιπροσωπεία στο Ισλαμαμπάντ, ένα συγκεκριμένο «πακέτο» προτάσεων για το καθεστώς ναυσιπλοΐας που η Τεχεράνη εμφανίζεται διατεθειμένη να συζητήσει μόνο υπό τον όρο σημαντικών παραχωρήσεων από τις ΗΠΑ.
Η ιρανική πλευρά επιδιώκει την επιβολή ενός νέου καθεστώτος, που περιλαμβάνει την καταβολή τελών από τα διερχόμενα πλοία που μεταφράζει ως τμήμα των πολεμικών αποζημιώσεων που θεωρεί ότι της οφείλονται για τις δεκαετίες οικονομικού της αποκλεισμού. Αυτή η προσπάθεια μετατροπής της γεωγραφικής της θέσης σε άμεσο οικονομικό και πολιτικό πλεονέκτημα έχει προκαλέσει συναγερμό στα κράτη του Κόλπου, τα οποία πλέον δεν ποντάρουν σε μια διπλωματική λύση μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης, αλλά προετοιμάζονται για το χειρότερο σενάριο ενός μακροπρόθεσμου κλεισίματος των Στενών, ενισχύοντας τις υποδομές τους για εναλλακτικές οδούς εξαγωγής πετρελαίου μέσω της Ερυθράς Θάλασσας.
Η ένταση μεταφέρεται πλέον απευθείας στο πεδίο, όπως φάνηκε από το πρόσφατο περιστατικό με τα αμερικανικά ναρκαλιευτικά, όπου οι ΗΠΑ υποστήριξαν ότι διέσχισαν κανονικά τα Στενά, ενώ το Ιράν τις διέψευσαν κατηγορηματικά, ισχυριζόμενο ότι τα ανάγκασε σε υποχώρηση μέσω ηλεκτρονικών παρεμβολών και επίδειξης ναυτικής ισχύος.
Η αμφισβήτηση της κυριαρχίας στην περιοχή δεν αφορά μόνο στη στρατιωτική υπεροχή, αλλά και στον έλεγχο των διεθνών αφηγημάτων, καθώς κάθε πλευρά επιχειρεί να πείσει τη διεθνή κοινότητα για την αποτελεσματικότητα των αποτρεπτικών της μηχανισμών. Η Τεχεράνη φαίνεται να θεωρεί πως ο χρόνος κυλά υπέρ της, χρησιμοποιώντας την απειλή του ενεργειακού στραγγαλισμού ως μοχλό πίεσης για να εξαναγκάσει τη Δύση σε μια συνολική συμφωνία που θα αναγνωρίζει τον ηγεμονικό της ρόλο στην περιοχή.
Ταυτόχρονα, η στρατιωτικοποίηση των Στενών αυξάνει γεωμετρικά την πιθανότητα ενός τυχαίου θερμού επεισοδίου, το οποίο θα μπορούσε να παρασύρει ολόκληρη την παγκόσμια οικονομία σε μια πρωτοφανή δίνη αστάθειας.
Την ίδια στιγμή, το timing αυτής της κρίσης δεν θα μπορούσε να είναι χειρότερο για τη γηραιά ήπειρο, καθώς όλες οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις βρίσκονται σε μια εξαιρετικά δύσκολη και εύθραυστη φάση αμέσως μετά τις πρόσφατες εκλογικές αναμετρήσεις. Η πολιτική αστάθεια στο εσωτερικό των περισσότερων κρατών-μελών, η άνοδος των πολωτικών δυνάμεων και η δυσκολία σχηματισμού βιώσιμων κυβερνητικών συνασπισμών έχουν περιορίσει δραστικά τα περιθώρια ελιγμών της Ευρώπης στη διεθνή σκηνή.
Οι Ευρωπαίοι ηγέτες, εγκλωβισμένοι στις εσωτερικές τους προτεραιότητες και στην προσπάθεια κατευνασμού των κοινωνικών αντιδράσεων που προκαλεί το αυξημένο κόστος διαβίωσης, αδυνατούν να αρθρώσουν μια ενιαία και δυναμική παρέμβαση για την εκτόνωση της κρίσης στα Στενά. Αυτή η εσωστρέφεια καθιστά την Ευρώπη τον «αδύναμο κρίκο» της εξίσωσης, τη στιγμή που η ενεργειακή ασφάλεια της ηπείρου απειλείται άμεσα από μια πιθανή εμπλοκή στο σημαντικότερο θαλάσσιο πέρασμα του πλανήτη.
Η αδυναμία της Ε.Ε. να λειτουργήσει ως αξιόπιστος διαμεσολαβητής ενισχύει την τάση της Τεχεράνης να σκληραίνει τη στάση της, ποντάροντας στη διάσπαση της δυτικής συνοχής και στην ανάγκη των πιεσμένων ευρωπαϊκών κυβερνήσεων για σταθερές τιμές ενέργειας. Το γεγονός ότι πολλές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες βρίσκονται σε διαδικασία αναζήτησης νέων πολιτικών ισορροπιών σημαίνει ότι η λήψη κρίσιμων αποφάσεων για την εξωτερική πολιτική καθυστερεί ή παραλύει εντελώς.
Σε αυτό το περιβάλλον, το Ιράν αντιλαμβάνεται την ευρωπαϊκή αδυναμία ως ευκαιρία για να επιβάλει τετελεσμένα, γνωρίζοντας ότι μια διαιρεμένη και πολιτικά κλονισμένη Ευρώπη δύσκολα θα μπορέσει να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις μιας νέας πετρελαϊκής κρίσης.





































