Γράφει ο Μιχάλης Μπάιλας
Με φόντο το μπόνους εδρών, που μοιάζει με όνειρο θερινής νυκτός τη δεδομένη στιγμή, το ΠΑΣΟΚ κάνει λόγο για «αυτονομία», ενώ αφήνει ορθάνοιχτο το ενδεχόμενο συγκυβέρνησης με τη Νέα Δημοκρατία μετά τις εκλογές, όπως υπαινίχθηκε η Άννα Διαμαντοπούλου.
Με το βλέμμα στραμμένο στο μπόνους των εδρών, εκείνο το κλιμακωτό «δώρο» που ξεκινά από το ονειρικό όριο του 25%, στο ΠΑΣΟΚ αναρωτιούνται -ή κάνουν πως αναρωτιούνται- σε ποιο εκλογικό σύμπαν μπορούν να βρεθούν πρώτοι στις επόμενες κάλπες. Γιατί, κακά τα ψέματα, για να συζητάς σοβαρά για το μπόνους των 50 εδρών πρέπει πρώτα να πλησιάζεις την κορυφή. Και όμως, στη Χαριλάου Τρικούπη η συζήτηση ανοίγει όχι τόσο ως ρεαλιστικό σενάριο όσο ως πολιτικό άλλοθι για βαθύτερες καταστατικές και στρατηγικές αλλαγές.
Το επικείμενο Συνέδριο του Μαρτίου αντιμετωπίζεται ήδη ως κρίσιμη καμπή. Επισήμως, το επίδικο είναι η «ιδεολογική θωράκιση» και η σαφής τοποθέτηση του κόμματος απέναντι στη Νέα Δημοκρατία. Η πλευρά των Χάρη Δούκα και Παύλου Γερουλάνου φέρεται αποφασισμένη να θέσει ξεκάθαρα θέμα μη συγκυβέρνησης με τη Ν.Δ., επιδιώκοντας μια απόφαση που θα δεσμεύει το κόμμα θεσμικά και πολιτικά. Ένα «όχι» γραμμένο με κεφαλαία, σφραγισμένο από το ανώτατο όργανο.
Μόνο που στο ΠΑΣΟΚ τίποτα δεν είναι τόσο απλό όσο δείχνει. Το Καταστατικό προβλέπει τη δυνατότητα εσωκομματικού ηλεκτρονικού δημοψηφίσματος, ένα εργαλείο που βρίσκεται στα χέρια του εκάστοτε προέδρου. Αν ο Νίκος Ανδρουλάκης κρίνει ότι οι συνθήκες το απαιτούν, μπορεί να απευθυνθεί απευθείας στη βάση, θέτοντας εκ νέου ερωτήματα που ένα συνέδριο θεωρητικά έχει κλείσει. Έτσι, μια απόφαση μπορεί να είναι δεσμευτική στα χαρτιά, αλλά αναστρέψιμη στην πράξη.
Το μήνυμα έγινε ακόμη πιο σαφές μετά τις δηλώσεις της Άννας Διαμαντοπούλου περί συγκυβέρνησης σε συνθήκες «εθνικής ανάγκης». Μια φράση που στο παρελθόν λειτούργησε ως γέφυρα για πολιτικές μετατοπίσεις μετά τις εκλογές, όταν τα προεκλογικά «όχι» συναντούν τα μετεκλογικά αδιέξοδα.
Παράλληλα, στο εσωτερικό του κόμματος ανοίγει και ένα βαρύ οργανωτικό ζήτημα. Πώς θα μετατραπεί το ΠΑΣΟΚ σε ενιαίο κόμμα τη στιγμή που τα χρέη προς τις τράπεζες αγγίζουν τα 500 εκατ. ευρώ και οι συνιστώσες και τα συγγενή κόμματα -όπως το ΚΙΔΗΣΟ- λαμβάνουν μέρος της κρατικής χρηματοδότησης; Το ενδεχόμενο αυτοδιάλυσής τους για να μετατραπούν σε τάσεις παραμένει ανοιχτό, αλλά κάθε άλλο παρά απλό.
Το μόνο σαφές συμπέρασμα είναι ότι το ΠΑΣΟΚ αποκλείει προεκλογικές συμπράξεις. Το μοντέλο της Δημοκρατικής Συμπαράταξης ανήκει στο παρελθόν. Το πολιτικό ερώτημα, ωστόσο, παραμένει αναπάντητο. Τι νόημα έχει η αλλαγή του Καταστατικού και η συζήτηση για μπόνους εδρών, όταν οι δημοσκοπήσεις το φέρνουν μακριά από την πρώτη θέση; Και, κυρίως, σε ποιο όνειρο μπορεί να διπλασιάσει τα ποσοστά του μέσα σε μια εκλογική αναμέτρηση;




































