Το ποδόσφαιρο της δεύτερης επαγγελματικής κατηγορίας στην Ελλάδα – η Super League 2 – φαίνεται πως διαθέτει όλα τα… φόντα για να χαρακτηριστεί ως το πιο «αποτελεσματικά χρηματοδοτημένο» και ταυτόχρονα πιο εύθραυστα ελεγχόμενο κομμάτι του ελληνικού ποδοσφαιρικού οικοσυστήματος.
Βλέπουμε πως από τους πόρους του στοιχήματος διοχετεύονται κάτω από 3 εκ. € για ολόκληρη κατηγορία (πολλά δεν είναι αυτά για ομάδες που, στη συντριπτική τους πλειονότητα, ισχυρίζονται πως αγωνίζονται με “μηδενικό” προϋπολογισμό); Και φυσικά το ποσό αυτό μοιράζεται σε δεκάδες ομάδες. Αντιλαμβάνεται κανείς τη… «δημοκρατία» και τη διαφάνεια που επικρατεί.
Όμως, παρασκηνιακά, η κατάσταση ενδέχεται να μην είναι και τόσο… φωτεινή. Τα ερωτήματα είναι καυτά:
- Πώς είναι δυνατόν μια ομάδα της δεύτερης κατηγορίας να διατηρεί συμβόλαια που μοιράζονται τα… μέσα γραφείου από ένα ποσό που επί της ουσίας δεν φτάνει ούτε για να καλύψει στοιχειώδη έξοδα;
- Πώς γίνεται να καταγράφονται «ασυνήθιστα» οικονομικά στοιχεία, όπως μικρότερα μπάτζετ από τα ελάχιστα όρια που υποτίθεται ισχύουν, και συγχρόνως κανείς να μην αναλαμβάνει την ευθύνη ή να μην απαιτείται εξονυχιστικός έλεγχος;
- Και κυρίως: Τι σημαίνει όταν ομάδες της Super League 2 βρίσκονται αντιμέτωπες με καταγγελίες περί στημένων αγώνων, παραβατικής χρηματοδότησης ή και διακοπών συμβολαίων παικτών ως ένδειξη αναδιάταξης… «εσωτερικών» προβλημάτων;
Η υπόθεση του Ηρακλή με τη διακοπή έξι συμβολαίων στην ομάδα της Καβάλας έχει προκαλέσει προβληματισμό. Δεν είναι απλώς ένα μεμονωμένο περιστατικό — είναι ο καθρέφτης μιας κατηγορίας που λειτουργεί ουσιαστικά ως παράλληλο σύστημα, αμφιβόλων προδιαγραφών και διαχειριζόμενης «ονειρικής» χρηματοδότησης.
Το χειρότερο; Τα χρήματα από το στοίχημα, δηλαδή το χρήμα που θα έπρεπε να λειτουργεί ως «καθαρός αέρας» για το ποδόσφαιρο, καταλήγουν σε μία πραγματικότητα όπου τα συμβόλαια «ανακατατάσσονται», οι οικονομικές δομές διατηρούνται σε χαμηλά επίπεδα και οι διαδικασίες κινδυνεύουν να γίνουν κουρελού.
Κάποιοι θα πουν ότι η Super League 2 είναι απλώς μια μικρότερη κατηγορία, και ως τέτοια έχει πιο περιορισμένους πόρους. Λάθος. Το πρόβλημα δεν είναι το ποσό — είναι η κατάχρησή του, η αδιαφάνεια, και η απόκρυψη στοιχείων σε ομάδες που μετέχουν σε επαγγελματικό πρωτάθλημα.
Όσο γι’ αυτή τη λεγόμενη «αντιστάθμιση» προς το επάνω επίπεδο: Μάλλον πρόκειται για κωμική υπόθεση. Πόσο κόστισε τελικά στο ελληνικό ποδόσφαιρο η «υποστήριξη» της κατηγορίας; Πόσα πήγαν σε υποδομές, πόσα σε καταγραφή, πόσα σε έλεγχο;
Η Super League 2 δεν χρειάζεται απλώς επανεκκίνηση — χρειάζεται εξορθολογισμό, διαφάνεια, έλεγχο και κυρίως έναν μηχανισμό που δεν θα μετατρέπει τo “επαγγελματικό ποδόσφαιρο” σε λεωφόρο συμφερόντων και μαύρων λογαριασμών.
Διότι όταν τα συμβόλαια κόβονται χωρίς εξήγηση, τα χρήματα του στοιχήματος… δροσίζουν αλλού, και τα παιχνίδια «παίζονται» πριν μπουν στο γήπεδο — τότε το ερώτημα είναι απλό: Πόσο επαγγελματικό είναι το πανηγύρι; Και πόσο διεφθαρμένο έχει γίνει η “μικρή κατηγορία” του ελληνικού ποδοσφαίρου;





































